MENU

Πλημμύρα στην Άνω Γλυφάδα: Νομικό πλαίσιο, άξονες διερεύνησης και ζητήματα αστικής ευθύνης

Μια συστηματική ανάλυση υπό το πρίσμα των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ, της Οδηγίας 2007/60/ΕΚ και του νέου ασφαλιστικού πλαισίου

Τα γεγονότα της 21ης Ιανουαρίου 2026 στην Άνω Γλυφάδα —με τον τραγικό θάνατο μιας 56χρονης γυναίκας και τις εκτεταμένες υλικές ζημιές σε οχήματα, κατοικίες και επιχειρήσεις— επαναφέρουν στο προσκήνιο μια σειρά νομικών και τεχνικών ζητημάτων που απασχολούν επανειλημμένα τη νομολογία και τον δημόσιο διάλογο μετά από κάθε ακραίο υδρομετεωρολογικό φαινόμενο.

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να συμβάλει σε μια μεθοδική αποτίμηση, οριοθετώντας τόσο το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο όσο και τους άξονες τεχνικής διερεύνησης που απαιτούνται για την τεκμηρίωση τυχόν ευθυνών. Η ανάλυση γίνεται με πλήρη σεβασμό στην οικογένεια της θανούσας και στους πληγέντες κατοίκους, χωρίς να προδικάζει ευθύνες —οι οποίες μπορούν να κριθούν μόνο από τα αρμόδια δικαστήρια επί τη βάσει πλήρους αποδεικτικού υλικού.

Το χρονικό των γεγονότων

Στις 20 Ιανουαρίου 2026, η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας εξέδωσε έκτακτο δελτίο επικίνδυνων καιρικών φαινομένων, θέτοντας σε αυξημένη ετοιμότητα τις εμπλεκόμενες κρατικές υπηρεσίες, τις Περιφέρειες και τους Δήμους. Εκδόθηκαν παράλληλα συστάσεις αυτοπροστασίας προς τους πολίτες, μεταξύ των οποίων η ρητή υπόδειξη αποφυγής διάσχισης χειμάρρων και ρεμάτων κατά τη διάρκεια καταιγίδων.

Την επομένη, η περιοχή της Άνω Γλυφάδας δέχθηκε ισχυρές βροχοπτώσεις που οδήγησαν σε έντονη επιφανειακή απορροή. Τα ορμητικά νερά παρέσυραν σταθμευμένα οχήματα, ενώ μία γυναίκα 56 ετών εντοπίστηκε νεκρή, εγκλωβισμένη κάτω από αυτοκίνητο που είχε μετακινηθεί από τη δύναμη της ροής. Ο Δήμος Γλυφάδας κηρύχθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Ο Δήμαρχος Γλυφάδας περιέγραψε την κατάσταση ως «πρωτοφανή», αναφερόμενος σε πέτρες, βράχους και οικιακά αντικείμενα που κατέβηκαν από τις πλαγιές του Υμηττού. Παράλληλα, επεσήμανε μια διοικητική δυσχέρεια που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής από νομική σκοπιά: Την αδυναμία καθαρισμού ορισμένων τμημάτων της κοίτης χωρίς προηγούμενη έγκριση του αρμόδιου δασαρχείου. Η δήλωση αυτή εγείρει ερωτήματα τόσο για την κατανομή αρμοδιοτήτων όσο και για την τυχόν ύπαρξη προγενέστερων αιτημάτων που δεν ικανοποιήθηκαν.

Το γεωγραφικό και υδρολογικό υπόβαθρο

Η κατανόηση των γεγονότων προϋποθέτει τη χαρτογράφηση του «υδρολογικού μονοπατιού»: από πού προήλθε το νερό, ποια ήταν η φυσική διαδρομή απορροής

πριν την αστικοποίηση, πού η πόλη «εισήλθε» στο ρέμα (ή αντίστροφα), και ποιο ήταν το «σημείο αποτυχίας» —δηλαδή το σημείο όπου η υποδομή αδυνάτησε να διαχειριστεί τη ροή.

Η περιοχή της Γλυφάδας χαρακτηρίζεται από τη γειτνίασή της με τις δυτικές πλαγιές του Υμηττού. Τα ρέματα που τη διασχίζουν αποτελούν φυσικούς διαύλους απορροής των ομβρίων υδάτων από το βουνό προς τη θάλασσα. Το ρέμα της Ευρυάλης, ειδικότερα, διασχίζει την Άνω Γλυφάδα και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολεοδομικής εξέλιξης της μεταπολεμικής Αττικής: σήμερα, το μεγαλύτερο τμήμα του είναι υπογειοποιημένο, με μόνο ένα μικρό τμήμα να διατηρεί ανοιχτή κοίτη.

Η υπογειοποίηση ρεμάτων, ευρέως διαδεδομένη πρακτική κατά τις δεκαετίες της αστικής επέκτασης, βασίστηκε σε υδρολογικούς υπολογισμούς που αντανακλούσαν τα κλιματικά δεδομένα και τις παραδοχές της εποχής —συνήθως για βροχοπτώσεις συγκεκριμένης περιόδου επαναφοράς (π.χ. 25ετίας ή 50ετίας). Όταν η πραγματική βροχόπτωση υπερβαίνει τις παραδοχές σχεδιασμού, ή όταν η χωρητικότητα έχει μειωθεί λόγω φερτών υλικών, η μετατροπή της φυσικής κοίτης σε κλειστό αγωγό μεταφέρει τον κίνδυνο πλημμύρας από το φυσικό περιβάλλον στο δομημένο: οι δρόμοι, τα υπόγεια και τα ισόγεια αναλαμβάνουν τον ρόλο της εναλλακτικής κοίτης.

Τα κρίσιμα ερωτήματα που αναδύονται είναι συγκεκριμένα: Ποιο ήταν το ακριβές «σημείο αποτυχίας» —φρεάτιο, στένωση, διατομή οχετού, υπογειοποιημένο τμήμα, γέφυρα, πρανές με φερτά; Υπάρχει «στενωπός» (bottleneck) που λειτούργησε ως σημείο συγκέντρωσης του κινδύνου; Και ποιος φορέας είχε την αρμοδιότητα συντήρησης ή παρέμβασης στο συγκεκριμένο σημείο;

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο: Η λογική της διαχείρισης κινδύνου

Η Οδηγία 2007/60/ΕΚ για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας αποτελεί το θεμελιώδες ευρωπαϊκό κείμενο αναφοράς. Η σημασία της έγκειται όχι μόνο στις επιμέρους υποχρεώσεις που θέτει, αλλά και στη φιλοσοφία που εισάγει: οι πλημμύρες δεν αντιμετωπίζονται ως αμιγώς φυσικά φαινόμενα αλλά ως κίνδυνοι προς διαχείριση, στους οποίους συμβάλλουν σημαντικά οι ανθρώπινες δραστηριότητες.

Η Οδηγία αναγνωρίζει ρητά ότι η αύξηση των οικισμών σε ζώνες κινδύνου, η μείωση της φυσικής συγκράτησης υδάτων λόγω χρήσεων γης, καθώς και η κλιματική αλλαγή, συμβάλλουν στην αύξηση τόσο της πιθανότητας εμφάνισης πλημμυρών όσο και των επιπτώσεών τους. Ο σκοπός της είναι η θέσπιση πλαισίου αξιολόγησης και διαχείρισης με στόχο τη μείωση των δυσμενών συνεπειών για την ανθρώπινη υγεία, το περιβάλλον, την πολιτιστική κληρονομιά και την οικονομική δραστηριότητα.

Κομβικό στοιχείο αποτελεί η έμφαση στη διαχείριση σε επίπεδο λεκάνης απορροής —και όχι κατά διοικητική ενότητα— καθώς και η απαίτηση για χάρτες επικινδυνότητας και σχέδια διαχείρισης που επικαιροποιούνται περιοδικά. Υπό αυτό το πρίσμα, η πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων μεταξύ Δήμων, Περιφερειών και κεντρικής διοίκησης δεν αποτελεί δικαιολογία για ελλιπή προστασία· αντιθέτως, αποτελεί ακριβώς το πρόβλημα που η ευρωπαϊκή νομοθεσία καλεί τα κράτη-μέλη να επιλύσουν μέσω ολοκληρωμένου συντονισμού.

Το εθνικό νομικό πλαίσιο της αστικής ευθύνης

Στο ελληνικό δίκαιο, η αστική ευθύνη του Δημοσίου και των ΟΤΑ ρυθμίζεται πρωτίστως από τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 105, το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Το άρθρο 106 επεκτείνει την εφαρμογή των ίδιων διατάξεων στους Δήμους, τις Κοινότητες και τα λοιπά ΝΠΔΔ.

Η θεμελίωση της ευθύνης προϋποθέτει τη συνδρομή τριών στοιχείων: παρανομίας, ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τους. Η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι η παρανομία μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, αλλά και από παράλειψη «ιδιαίτερων καθηκόντων» που απορρέουν από τη φύση της υπηρεσίας, την κοινή πείρα και την καλή πίστη. Ο αιτιώδης σύνδεσμος κρίνεται με το κριτήριο της «πρόσφορης αιτίας»: αν δηλαδή η πράξη ή η παράλειψη ήταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία που επήλθε.

Πέραν των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ, το άρθρο 24 του Συντάγματος θέτει την προστασία του περιβάλλοντος ως υποχρέωση του Κράτους, με συνακόλουθη υποχρέωση λήψης προληπτικών μέτρων υπό την αρχή της αειφορίας. Η συνταγματική αυτή βάση ενισχύει την υποχρέωση της Πολιτείας για ολοκληρωμένο σχεδιασμό αντιπλημμυρικής προστασίας.

Σε σχετική νομολογία που αφορά θάνατο κατά τη διάρκεια πλημμύρας, έχει γίνει δεκτή αγωγή κατά της Περιφέρειας Αττικής και του Ελληνικού Δημοσίου, με επίκληση μη εκτέλεσης αντιπλημμυρικών έργων και έργων ορεινής υδρονομίας. Η νομολογία αυτή καταδεικνύει ότι η ευθύνη μπορεί να επεκτείνεται πέραν του τοπικού επιπέδου, όταν το ζήτημα αφορά υποδομές μεγαλύτερης κλίμακας ή παραλείψεις κεντρικών φορέων.

Οι τρεις άξονες διερεύνησης κατά επίπεδο διοίκησης

Η μεθοδική διερεύνηση τυχόν ευθυνών πρέπει να διακρίνει μεταξύ λειτουργικής αρμοδιότητας (συντήρηση, καθαρισμός, επιχειρησιακή ετοιμότητα) και κεφαλαιακής αρμοδιότητας (σχεδιασμός, κατασκευή και αναβάθμιση μεγάλων έργων), και να εστιάσει σε τρεις διακριτούς άξονες.

Σε επίπεδο Δήμου, τα κρίσιμα ερωτήματα αφορούν:

  • Τη συντήρηση και λειτουργία των τοπικών υποδομών ομβρίων υδάτων.
  • Τον προληπτικό καθαρισμό κρίσιμων σημείων απορροής και την απομάκρυνση φερτών υλικών, ιδίως μετά από προειδοποίηση.
  • Την ύπαρξη καταγραφής «σημείων υψηλού κινδύνου» και τη λήψη μέτρων αποκλεισμού οδών που λειτουργούν ως φυσικές κοίτες.
  • Την επιχειρησιακή ανταπόκριση μετά την προειδοποίηση της 20ής Ιανουαρίου: πρακτικά Πολιτικής Προστασίας, εντολές συνεργείων, συντονισμός με τροχαία.
  • Τυχόν προγενέστερα αιτήματα προς άλλους φορείς (δασαρχείο, Περιφέρεια) για άδειες ή συνδρομή, και τις απαντήσεις που έλαβε.

Σε επίπεδο Περιφέρειας, η διερεύνηση εστιάζεται σε:

  • Την εκτέλεση ή μη αντιπλημμυρικών έργων μεγαλύτερης κλίμακας: διευθετήσεις ρεμάτων, έργα σε λεκάνες απορροής, έργα ορεινής υδρονομίας στα ανάντη.
  • Την ύπαρξη εγκεκριμένων μελετών που δεν υλοποιήθηκαν, διαγωνισμών που δεν προχώρησαν, έργων που παραλήφθηκαν με ελλείψεις.
  • Τον συντονισμό σε επίπεδο λεκάνης απορροής, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2007/60/ΕΚ.

Σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης, διερευνώνται:

  • Η επάρκεια των επιχειρησιακών πρωτοκόλλων της Πολιτικής Προστασίας και η ενεργοποίηση του 112.
  • Για τις δασικές υπηρεσίες: τυχόν αιτήματα έγκρισης που εκκρεμούσαν, καθυστερήσεις ή αρνήσεις, και η ύπαρξη προγραμματισμού αντιχειμαρρικής προστασίας.
  • Η ύπαρξη Φακέλου Οριοθέτησης κατά τον Ν. 4258/2014, ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση για την οριοθέτηση υδατορεμάτων και πρέπει να περιλαμβάνει γραμμές πλημμύρας και προβλέψεις συντήρησης.

Τα υδρομετεωρολογικά δεδομένα και το ζήτημα της προβλεψιμότητας

Ένα κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου είναι η αξιολόγηση του μετεωρολογικού φαινομένου: ήταν το ύψος βροχής τέτοιο που καθιστούσε αδύνατη κάθε πρόληψη, ή η ζημία προήλθε κυρίως από ανθρωπογενείς παράγοντες (στενώσεις, μπαζώματα, ανεπάρκεια συντήρησης);

Η απάντηση προϋποθέτει τη συγκέντρωση συγκεκριμένων στοιχείων: ύψος βροχής ανά ώρα και συνολικό, καταιγιδογράφημα εάν υπάρχει κοντινός σταθμός, και υδρολογική εκτίμηση της περιόδου επαναφοράς του φαινομένου. Αν το φαινόμενο ήταν εντός των παραδοχών σχεδιασμού των υποδομών ή εντός προβλέψιμων σεναρίων, τότε η αποτυχία των υποδομών καθίσταται δυσχερέστερα δικαιολογήσιμη.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι υπήρξε προειδοποίηση 24 ώρες πριν την κορύφωση του φαινομένου. Το ερώτημα που τίθεται είναι: η προειδοποίηση αυτή ενεργοποίησε αυξημένο καθήκον ετοιμότητας; Και αν ναι, σε τι βαθμό ανταποκρίθηκε κάθε φορέας;

Η νέα ασφαλιστική πραγματικότητα και το δικαίωμα αναγωγής

Ένα στοιχείο που διαφοροποιεί ουσιωδώς το τοπίο σε σχέση με προγενέστερες πλημμύρες είναι η μεταβολή του ασφαλιστικού πλαισίου. Από την 1η Ιουνίου 2025, η ασφάλιση οχημάτων για ζημιές από πλημμύρα και δασική πυρκαγιά κατέστη υποχρεωτική, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και τις ανακοινώσεις της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος. Για τις επιχειρήσεις, η μη τήρηση της υποχρέωσης ασφάλισης μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό από τη στεγαστική συνδρομή και την κρατική αρωγή.

Η εξέλιξη αυτή έχει σημαντικές νομικές συνέπειες. Πρώτον, για πολλούς πληγέντες η πρώτη γραμμή αποκατάστασης είναι πλέον το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και όχι η κρατική αρωγή ή η δικαστική διεκδίκηση. Δεύτερον —και αυτό είναι το πλέον σημαντικό από νομική σκοπιά— ενεργοποιείται ο θεσμός της υποκατάστασης του ασφαλιστή: σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 2496/1997, όταν ο ασφαλισμένος έχει αξίωση αποκατάστασης ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση αυτή περιέρχεται στον ασφαλιστή στον βαθμό του ασφαλίσματος που κατέβαλε.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες αποκτούν οικονομικό κίνητρο και νομική δυνατότητα να αναζητήσουν τυχόν υπαιτίους για τις ζημιές που αποζημίωσαν. Η άσκηση αγωγών αναγωγής κατά Δήμων, Περιφερειών ή του Δημοσίου από ασφαλιστικές εταιρείες —με σαφώς μεγαλύτερους πόρους και οργανωτική ικανότητα από μεμονωμένους πολίτες— ενδέχεται να αυξήσει σημαντικά τις σχετικές υποθέσεις στα διοικητικά δικαστήρια τα επόμενα έτη

Η μεθοδολογία τεκμηρίωσης: Από τη ζημία στον αιτιώδη σύνδεσμο

Η επιτυχής θεμελίωση αξιώσεων προϋποθέτει συστηματική τεκμηρίωση που συνδέει κάθε επιμέρους ζημία με συγκεκριμένο «σημείο αποτυχίας» και αυτό με συγκεκριμένη παράλειψη αρμόδιου φορέα. Η δομή αυτή μπορεί να αποτυπωθεί σε πίνακα («μήτρα ευθύνης») με τα ακόλουθα στοιχεία ανά περίπτωση ζημίας:

  • Η άμεση αιτία της ζημίας (νερό, λάσπη, φερτά υλικά).
  • Το «σημείο αποτυχίας» της υποδομής (φρεάτιο, οχετός, ρέμα, στένωση).
  • Η συγκεκριμένη υποχρέωση που παραλείφθηκε (συντήρηση, έργο, έλεγχος).
  • Ο αρμόδιος φορέας και η νομική βάση της ευθύνης του.
  • Το αποδεικτικό υλικό (έγγραφα, φωτογραφίες, πραγματογνωμοσύνη).
  • Η αποτίμηση της ζημίας (κύρια αξίωση, τόκοι, δαπάνες)

Παράλληλα, η συλλογή του διοικητικού φακέλου —μέσω αιτήσεων χορήγησης εγγράφων— αποτελεί προαπαιτούμενο: φάκελοι οριοθέτησης, υδραυλικές μελέτες, σχέδια δικτύων ομβρίων, προγράμματα καθαρισμών, ενταγμένα έργα, πρακτικά παραλαβής, αλληλογραφία μεταξύ φορέων.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η πλημμύρα της 21ης Ιανουαρίου στην Άνω Γλυφάδα εντάσσεται σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που πλήττει διάφορες περιοχές της Αττικής και της χώρας. Κάθε φορά, ο δημόσιος διάλογος τείνει να εστιάζει στην αναζήτηση ευθυνών με τρόπο που συχνά υποβαθμίζει την τεχνική πολυπλοκότητα του ζητήματος ή, αντίστροφα, να καταφεύγει στην επίκληση της «ανωτέρας βίας» χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.

Το νομικό πλαίσιο —εθνικό και ευρωπαϊκό— παρέχει τα εργαλεία τόσο για τη διεκδίκηση αποζημίωσης από τους πληγέντες όσο και για τη θεσμική αξιολόγηση του συστήματος πρόληψης. Η νέα ασφαλιστική πραγματικότητα προσθέτει νέους παράγοντες με ισχυρά κίνητρα διερεύνησης. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιος ευθύνεται» σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, αλλά και κατά πόσον η Πολιτεία διαχειρίζεται συστηματικά τον πλημμυρικό κίνδυνο: με ολοκληρωμένο σχεδιασμό σε επίπεδο λεκάνης απορροής, με επικαιροποιημένες μελέτες, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και αποτελεσματικό συντονισμό.

Η πρόκληση έγκειται στο να μετουσιωθεί η κάθε τραγωδία σε αφορμή τεκμηριωμένης αξιολόγησης και διαρθρωτικών παρεμβάσεων —όχι μόνο για την ικανοποίηση νόμιμων αξιώσεων αποζημίωσης, αλλά κυρίως για τη μείωση της πιθανότητας επανάληψης παρόμοιων γεγονότων στο μέλλον.

Σημείωση: Το παρόν άρθρο παρέχει γενική νομική πληροφόρηση με βάση δημοσίως διαθέσιμα στοιχεία και δεν υποκαθιστά εξειδικευμένη νομική συμβουλή. Δεν προδικάζει ευθύνες, οι οποίες μπορούν να κριθούν μόνο από τα αρμόδια δικαστήρια επί τη βάσει πλήρους αποδεικτικού υλικού.

*APOSTOLOS A.FANOS & Assoc. Law FirmAthanasios Fanos, LL.M.eur. (München),
Attorney at Law, Mavromichali 16 str., Athens, 10680,
tel.: +30210-3637371; +306942289226
fax: +30210-3638250;

Σχετικά Άρθρα