Όταν τα νερά υποχωρούν, αρχίζει το πιο σύνθετο και λιγότερο ορατό μέρος της υπόθεσης: ποιος θα πληρώσει τη ζημία και με ποια νομική βάση. Λίγες ημέρες μετά την τραγωδία στην Άνω Γλυφάδα, ένα δεύτερο κεφάλαιο αρχίζει να ξετυλίγεται —αυτό των ασφαλιστικών αξιώσεων, των αγωγών αναγωγής και της δικαστικής διερεύνησης ευθυνών.
Η νέα νομοθεσία για την υποχρεωτική ασφάλιση φυσικών καταστροφών, η οποία βρίσκεται σε πλήρη ισχύ από την 1η Ιουνίου 2025, μεταβάλλει ριζικά το τοπίο. Στη θέση της αποσπασματικής κρατικής αρωγής εισέρχεται ένας μηχανισμός με σαφή οικονομικά κίνητρα: οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες αποζημιώνουν άμεσα, αλλά στη συνέχεια διερευνούν συστηματικά τι πραγματικά συνέβη και ποιος φέρει την τελική ευθύνη.
Το παρόν άρθρο αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης ανάλυσής μας για τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την πλημμύρα της 21ης Ιανουαρίου. Εστιάζει στις ασφαλιστικές διαστάσεις του ζητήματος και, ιδίως, στη δικονομική πρόκληση που δημιουργεί η ταυτόχρονη ύπαρξη πολλαπλών αξιώσεων για το ίδιο γεγονός, οι οποίες εκδικάζονται σε διαφορετικές δικαιοδοσίες —πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια— με διαφορετικούς κανόνες και διαφορετικά κριτήρια ευθύνης.
Από την 1η Ιουνίου 2025, η ασφάλιση έναντι φυσικών καταστροφών κατέστη υποχρεωτική για συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων. Συγκεκριμένα, κάθε όχημα με συνήθη στάθμευση στην Ελλάδα πρέπει πλέον να διαθέτει ασφαλιστήριο που καλύπτει ζημιές από δασική πυρκαγιά και πλημμύρα, στην τρέχουσα εμπορική αξία του. Η υποχρέωση αυτή ισχύει ακόμη και για οχήματα σε διοικητική ακινησία, με κατατεθειμένες πινακίδες.
Παράλληλα, επιχειρήσεις με ετήσια έσοδα άνω των 500.000 ευρώ υποχρεούνται να ασφαλίζουν τουλάχιστον το 70% της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων —κτιρίων, εξοπλισμού, εμπορευμάτων— έναντι πυρκαγιάς, πλημμύρας και σεισμού. Η μη συμμόρφωση συνεπάγεται αυστηρές συνέπειες: όσοι υποχρεούνται αλλά δεν ασφαλιστούν, αποκλείονται από κάθε κρατική αρωγή για ζημιές από πυρκαγιά ή πλημμύρα. Πρακτικά, η επιλογή αποφυγής της ασφάλισης δεν είναι πλέον «οικονομική»: το κόστος της μη ασφάλισης ενδέχεται να είναι πολλαπλάσιο του ασφαλίστρου.
Για τις κατοικίες, η υποχρεωτικότητα δεν είναι καθολική. Ωστόσο, ακίνητα υψηλής φορολογητέας αξίας, (όπως αυτή προκύπτει από τον ΕΝΦΙΑ), ήτοι ακίνητα αξίας άνω των 500.000 ευρώ υποχρεούνται σε ασφάλιση, ενώ για τις υπόλοιπες κατοικίες ισχύει κίνητρο μέσω έκπτωσης στον ΕΝΦΙΑ (10-20% για όσους διαθέτουν ασφαλιστήριο). Παρά τα κίνητρα, η διείσδυση παραμένει χαμηλή: εκτιμάται ότι λιγότερο από 1 στα 5 σπίτια στη χώρα διαθέτει ασφαλιστική κάλυψη.
Ένα ερώτημα που θα απασχολήσει τόσο τους ασφαλισμένους όσο και τα δικαστήρια είναι κατά πόσον οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να επικαλεστούν «ανωτέρα βία» ή «θεομηνία» για να αρνηθούν την καταβολή αποζημίωσης. Η απάντηση εξαρτάται από το τι ακριβώς καλύπτει το εκάστοτε συμβόλαιο.
Στο ασφαλιστικό δίκαιο, η ανωτέρα βία νοείται ως ένα απρόβλεπτο και αναπότρεπτο γεγονός που εξωτερικά εμποδίζει την εκπλήρωση υποχρεώσεων. Παραδοσιακά, συναντάται ως λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή σε γενικές εξαιρέσεις —ιδίως σε παλαιότερα ασφαλιστήρια πυρός, όπου οι πλημμύρες ρητά εξαιρούνταν. Μετά την 1η Ιουνίου 2025, ωστόσο, η πλημμύρα καθίσταται υποχρεωτικά καλυπτόμενος κίνδυνος για την ασφάλιση αυτοκινήτων. Αυτό σημαίνει ότι τα νέα συμβόλαια περιλαμβάνουν την κάλυψη πλημμυρικών ζημιών ως μέρος της βασικής υπόσχεσης.
Η κρίσιμη νομική αρχή είναι η εξής: όταν η πλημμύρα καλύπτεται ασφαλιστικά, η επίκλησή της ως «ανωτέρας βίας» δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αυτόματος λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή. Δεν επιτρέπεται ο ασφαλιστής να εισπράττει ασφάλιστρο για έναν κίνδυνο και ακολούθως να αρνείται την πληρωμή επειδή το γεγονός ήταν «σφοδρό» ή «σπάνιο» —τέτοια άρνηση θα αντέβαινε στην καλή πίστη και στο ημιαναγκαστικό δίκαιο της ασφάλισης. Σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, οποιαδήποτε συμφωνία περιορίζει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου πέραν του νόμου είναι άκυρη.
Η νομολογία και η καταναλωτική νομοθεσία επιβάλλουν επιπλέον ότι, σε περίπτωση ασαφούς ή διφορούμενου ασφαλιστικού όρου, η ερμηνεία γίνεται κατά του ασφαλιστή που τον συνέταξε. Η ασφαλιστική εταιρεία φέρει το βάρος να διατυπώνει σαφώς τις εξαιρέσεις και να αποδεικνύει την εφαρμογή τους. Γενική επίκληση ότι «η βροχή ήταν θεομηνία» δεν αρκεί.
Παρά τις ως άνω δικλείδες, προβλήματα θα ανακύψουν στην πράξη. Οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν εισαγάγει όρους με υπο-όρια, απαλλαγές (deductibles) και ειδικές εξαιρέσεις, που ποικίλλουν ανά συμβόλαιο. Τα σημεία τριβής που αναμένεται να οδηγήσουν σε διαφορές περιλαμβάνουν:
Πρώτον, διαφωνίες ως προς το αίτιο της ζημίας. Ο ασφαλιστής μπορεί να ισχυριστεί ότι η βλάβη στο όχημα δεν προήλθε άμεσα από την πλημμύρα αλλά από μεταγενέστερη κακή ενέργεια του ασφαλισμένου —π.χ. «ο κινητήρας κάηκε επειδή ο οδηγός τον έβαλε μπρος ενώ ήταν βυθισμένος σε νερά». Ο υδροστατικός κλώβος (hydrolock) αποτελεί συχνή αιτία διαφωνίας.
Δεύτερον, εξαιρέσεις λόγω παραβίασης όρων ασφαλείας. Αν στο συμβόλαιο υπάρχει όρος που απαγορεύει την οδήγηση σε δρόμο καλυμμένο από ύδατα, ο ασφαλιστής μπορεί να αρνηθεί αποζημίωση σε οδηγό που εσκεμμένα επιχείρησε διάσχιση πλημμυρισμένου δρόμου. Θα εξεταστεί κατά περίπτωση αν ο όρος ήταν σαφής και αν η παράβαση συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία.
Τρίτον, ζητήματα χρονικής αναγγελίας. Πολλοί ασφαλισμένοι μπορεί σε ένα μαζικό γεγονός να καθυστερήσουν να δηλώσουν τις ζημιές —π.χ. αν το όχημα παρασύρθηκε και βρέθηκε μέρες μετά. Οι εταιρείες απαιτούν δήλωση εντός ολίγων ημερών· αν αυτό είναι πρακτικά αδύνατο λόγω χάους, τέτοιες προθεσμίες μπορεί να θεωρηθούν ανεφάρμοστες. Η εμπειρία δείχνει ότι εδώ εντοπίζεται ο κύριος όγκος των αντιδικιών.
Όσοι έχουν χειριστεί τέτοιες υποθέσεις γνωρίζουν ότι πέραν της σχέσης ασφαλισμένου-ασφαλιστή, υπάρχει ένα δεύτερο —και ίσως σημαντικότερο— νομικό κεφάλαιο: η δυνατότητα της ασφαλιστικής εταιρείας να στραφεί κατά τρίτων που ενδεχομένως ευθύνονται για τη ζημία.
Ο θεσμός της ασφαλιστικής υποκατάστασης ρυθμίζεται από το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν ο ασφαλισμένος έχει νόμιμη αξίωση αποζημίωσης κατά τρίτου υπευθύνου, η αξίωση αυτή «περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε». Με άλλα λόγια, μόλις η ασφαλιστική εταιρεία αποζημιώσει τον ασφαλισμένο της, μπαίνει αυτοδικαίως στη θέση του (ex lege εκχώρηση) έναντι του τρίτου που προκάλεσε τη ζημία, μέχρι του ποσού που πλήρωσε.
Η υποκατάσταση λειτουργεί αυτόματα, χωρίς να απαιτείται ειδική εκχώρηση ή συναίνεση του τρίτου. Σκοπός της είναι αφενός να μην εισπράξει διπλά ο ζημιωθείς, αφετέρου να μεταφερθεί η οικονομική ευθύνη τελικά στον πραγματικά υπαίτιο. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες αποκτούν οικονομικό κίνητρο και νομική δυνατότητα να αναζητήσουν τυχόν υπαιτίους για τις ζημιές που αποζημίωσαν.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης δεν πρέπει να υποτιμηθεί καθώς στην πράξη, οι διαφορές αυτές δεν είναι θεωρητικές. Ένας ιδιοκτήτης κατεστραμμένου αυτοκινήτου αξίας 5.000 ευρώ ενδεχομένως να μην έμπαινε στη διαδικασία να μηνύσει τον Δήμο για πλημμύρα —η ταλαιπωρία, το κόστος και η αβεβαιότητα θα τον αποθάρρυναν. Όμως μια ασφαλιστική που πληρώνει 100 ή 1.000 τέτοιες ζημιές θα κινηθεί με διαφορετική λογική: θα έχει τις νομικές υποδομές να συλλέξει στοιχεία, να συντάξει αγωγές μαζικά και να τις υποβάλει συστηματικά.
Αναμένουμε λοιπόν ένα «δεύτερο κύμα» δικών: υποθέσεις με βάση τα άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ στα διοικητικά δικαστήρια, με ενάγουσες ασφαλιστικές εταιρείες. Η πίεση προς τους δημόσιους φορείς αυξάνεται: ενώ παλιότερα λίγες τέτοιες υποθέσεις έφταναν σε δίκη, τώρα οι Δήμοι και οι Περιφέρειες θα βρίσκονται αντιμέτωποι με «ισχυρούς» ενάγοντες που δεν εγκαταλείπουν εύκολα τη διεκδίκηση.
Με τη νέα δομή, ένα καταστροφικό γεγονός μπορεί να γεννήσει δύο ή και τρεις παράλληλες δίκες:
Πρώτη δίκη (πολιτική): Ασφαλισμένος εναντίον ασφαλιστικής. Εάν η ασφαλιστική αρνηθεί ή περιορίσει την αποζημίωση, ο ασφαλισμένος μπορεί να ασκήσει αγωγή στο πολιτικό δικαστήριο. Εκεί κρίνεται κατά πόσον η ασφαλιστική οφείλει να καταβάλει το ασφαλιστικό ποσό, βάσει της σύμβασης και του νόμου περί ασφαλιστικής σύμβασης.
Δεύτερη δίκη (διοικητική): Ασφαλιστική εναντίον Δημοσίου/ΟΤΑ. Αφού η ασφαλιστική πληρώσει τον ασφαλισμένο, μπορεί να στραφεί κατά του Δημοσίου ή του οικείου Δήμου, διεκδικώντας την αποκατάσταση της ζημίας. Αυτή η δίκη εκδικάζεται από τα διοικητικά δικαστήρια, ως αγωγή κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ.
Τρίτη δίκη (ενδεχόμενη): Κατά ιδιωτών τρίτων. Αν υπάρχει ταυτόχρονη ευθύνη κάποιου ιδιώτη —π.χ. εργολάβου που με κακοτεχνία επέτεινε την πλημμύρα— είτε ο ασφαλισμένος είτε ο ασφαλιστής μπορεί να ασκήσει αγωγή στο πολιτικό δικαστήριο.
Αυτά τα μονοπάτια είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους ως προς τη δικαιοδοσία, αλλά αφορούν το ίδιο πραγματικό γεγονός. Συνεπώς, γεννάται κίνδυνος διαφορετικές δίκες να καταλήξουν σε συμπεράσματα που δεν συμβιβάζονται εύκολα.
Ένα σενάριο που δεν είναι θεωρητικό: ο ασφαλισμένος Α ζητά αποζημίωση από την ασφαλιστική του. Η ασφαλιστική αρνείται, επικαλούμενη θεομηνία ή βαριά αμέλεια του Α. Ο Α την ενάγει και το πολιτικό δικαστήριο τελικά κρίνει ότι η ασφαλιστική πρέπει να πληρώσει —είτε διότι το φαινόμενο καλύπτεται, είτε διότι ο όρος εξαίρεσης ήταν ασαφής.
Τώρα, η ασφαλιστική ενάγει τον Δήμο για πλημμελή αντιπλημμυρική προστασία. Στο διοικητικό δικαστήριο, ο Δήμος ισχυρίζεται ότι η βροχή ήταν «απρόβλεπτη θεομηνία» —άρα δεν συντρέχει παράνομη παράλειψη. Το διοικητικό δικαστήριο, εξετάζοντας υπό το πρίσμα του δημοσίου δικαίου, μπορεί να δεχθεί αυτό τον ισχυρισμό.
Το αποτέλεσμα; Η ασφαλιστική —η οποία υποχρεώθηκε να πληρώσει τον Α επειδή στο δικό του δικαστήριο το γεγονός δεν θεωρήθηκε νομικά εκτός κάλυψης— μένει χωρίς δυνατότητα αναγωγής διότι στο άλλο δικαστήριο το ίδιο γεγονός αναγνωρίστηκε ως «καθαρή θεομηνία» χωρίς ευθύνη κανενός.
Το ισχύον δικονομικό πλαίσιο στην Ελλάδαδεν διαθέτει μηχανισμό ενοποίησης ή δεσμευτικότητας ανάμεσα σε αποφάσεις διαφορετικών δικαιοδοσιών. Μια απόφαση πολιτικού δικαστηρίου δεν δεσμεύει το διοικητικό και αντιστρόφως. Δεν εφαρμόζεται η έννοια της εκκρεμοδικίας πέραν της ίδιας δικαιοδοσίας —δηλαδή το διοικητικό δικαστήριο δεν θα αναστείλει την εκδίκαση εν αναμονή απόφασης του πολιτικού.
Η νομολογία έχει θέσει τον πήχη ψηλά για την απαλλαγή του Δημοσίου λόγω ανωτέρας βίας: το φαινόμενο πρέπει να ήταν τόσο εξαιρετικό που να μην αφήνει περιθώριο αποτροπής ακόμα και με υπερμέτρως αυξημένη επιμέλεια. Η ύπαρξη γνωστών κινδύνων αφαιρεί τον χαρακτήρα του απρόβλεπτου.
Αν μια περιοχή έχει ιστορικό πλημμυρών ή αν οι επιστημονικές μελέτες έχουν επισημάνει ανεπαρκή έργα, το κράτος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι «δεν μπορούσε να γνωρίζει ή να προλάβει». Επίσης, ακόμη και αν η ένταση της βροχής ήταν μεγάλη, το δικαστήριο θα εξετάσει: Είχαν καθαριστεί τα φρεάτια; Είχε εκπονηθεί σχέδιο εκκένωσης; Υπήρξε έγκαιρη προειδοποίηση; Αν οι αρχές δεν έκαναν ό,τι εύλογα θα έπρεπε, δύσκολα θα χαρακτηριστεί η καταστροφή ως θεομηνία που τις απαλλάσσει.
Μια «πραγματική θεομηνία» θα ήταν ένας απρόβλεπτος συνδυασμός γεγονότων: καταρρακτώδης βροχή πολύ πέρα από τα ιστορικά όρια, με όλα τα έργα σε λειτουργία αλλά παρ’ όλα αυτά ανεπαρκή. Εκεί το Δημόσιο θα μπορούσε να πει «ό,τι και να κάναμε, θα συνέβαινε». Αν όμως υπάρχει έστω και μία ουσιώδης παράλειψη —π.χ. ακαθάριστο ρέμα, φραγμένα φρεάτια, έλλειψη φακέλου οριοθέτησης— το δικαστήριο τείνει να θεωρεί τη ζημία αποτέλεσμα παράνομης ολιγωρίας και όχι θεομηνίας.
Η μεταρρύθμιση της 1ης Ιουνίου 2025 στοχεύει σαφώς στη βελτίωση της προστασίας των πολιτών: η πρώτη γραμμή αποζημίωσης περνά στις ασφαλιστικές, που έχουν κεφαλαιακή επάρκεια και μηχανισμό ταχείας αποτίμησης ζημιών, ενώ το Δημόσιο διατηρείται ως τελικός υπόλογος για όσες ζημιές οφείλονται σε δική του αμέλεια —μέσω της υποκατάστασης.
Αυτή η σύλληψη μπορεί να επιφέρει καθαρότερη λογοδοσία: οι αποφάσεις των δικαστηρίων θα πιέσουν για καλύτερες πολιτικές πρόληψης. Ήδη, η προοπτική πληρωμής αποζημιώσεων σε ασφαλιστικές λειτουργεί αποτρεπτικά: ένας Δήμος που γνωρίζει ότι μια πλημμέλεια μπορεί να του κοστίσει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ θα σπεύσει να λάβει μέτρα αντί να ποντάρει στην ανοχή μεμονωμένων πολιτών.
Ωστόσο, σε επίπεδο δικονομίας, το σύστημα ενέχει τον κίνδυνο του «πολλαπλασιασμού των μετώπων». Για κάθε σημαντική πλημμύρα, μπορεί να ξεδιπλωθεί μια πολυετής δικαστική διαμάχη σε δύο παράλληλα σύμπαντα —με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε κόστος, χρόνο και κίνδυνο αντιφατικών αποφάσεων.
Η αλλαγή που συντελείται δεν είναι τεχνική αλλά βαθιά θεσμική. Οι πλημμύρες παύουν να αντιμετωπίζονται ως «φυσικές εξαιρέσεις» εκτός ευθύνης και εντάσσονται σε ένα πλέγμα ασφαλιστικής κάλυψης, αναγωγών και δικαστικού ελέγχου. Από τη στιγμή που ο κίνδυνος τιμολογείται, ασφαλίζεται και αποζημιώνεται, παύει να είναι νομικά ουδέτερος. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το φαινόμενο ήταν έντονο, αλλά αν όσοι είχαν υποχρέωση πρόληψης έπραξαν όσα όφειλαν. Σε αυτό το νέο πλαίσιο, η επίκληση της «θεομηνίας» δεν εξαφανίζεται —αλλά παύει να λειτουργεί ως καταφύγιο ευθύνης.
*Δικηγόρος παρ’ Εφεταις, Χαριλάου Τρικούπη 31, Αθήνα, [email protected]