Στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τον εκτιμώμενο κίνδυνο θνησιμότητας από την ατμοσφαιρική ρύπανση βρίσκονται 14 ελληνικές πόλεις, σύμφωνα με τη νεότερη κατάταξη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA). Και οι 14 συγκαταλέγονται στο χειρότερο 30% μεταξύ 761 ευρωπαϊκών πόλεων, ενώ έξι βρίσκονται στο χειρότερο 10% και δέκα στο χειρότερο 20%.
Τα στοιχεία, που ανέδειξε το Climatebook, αφορούν την περίοδο 2024–2025 και αποτυπώνουν τη μακροχρόνια έκθεση των κατοίκων σε ατμοσφαιρικούς ρύπους και τον σχετικό κίνδυνο για την υγεία τους.
Τη δυσμενέστερη επίδοση μεταξύ των ελληνικών πόλεων καταγράφουν τα Ιωάννινα, στην 754η θέση από τις 761, ενώ ακολουθούν η Αθήνα στην 745η, η Θεσσαλονίκη στην 729η και η Λάρισα στην 726η.
Στο χειρότερο 10% περιλαμβάνονται επίσης τα Τρίκαλα (697η) και η Πάτρα (696η), ενώ χαμηλά βρίσκεται και ο Βόλος (654η). Ακόμη και τα Χανιά, με την καλύτερη επίδοση μεταξύ των 14 ελληνικών πόλεων, περιορίζονται στην 540ή θέση.
Στην αξιολόγηση περιλαμβάνονται ακόμη οι Σέρρες, το Ηράκλειο, η Ξάνθη, η Καβάλα, η Κατερίνη και η Καλαμάτα. Η γεωγραφική διασπορά των πόλεων δείχνει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν αποτελεί αποκλειστικά πρόβλημα των δύο μεγαλύτερων αστικών κέντρων.
Η κατάταξη του EEA βασίζεται στον συνδυασμένο εκτιμώμενο κίνδυνο από τη μακροχρόνια έκθεση σε τρεις βασικούς ρύπους:
Στις βασικές πηγές ρύπανσης περιλαμβάνονται επίσης η οικιακή θέρμανση, ιδιαίτερα η καύση ξύλου, και οι βιομηχανικές εκπομπές. Η αξιολόγηση χρησιμοποιεί μοντελοποιημένα δεδομένα και λαμβάνει υπόψη την κατανομή του πληθυσμού, αντί να περιορίζεται στις μετρήσεις ενός σταθμού.
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις του EEA για το 2023. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου 182.000 πρόωροι θάνατοι αποδίδονται στην έκθεση σε PM₂.₅, 34.000 στο διοξείδιο του αζώτου και 63.000 στο όζον. Οι εκτιμήσεις αφορούν χωριστά κάθε ρύπο και δεν πρέπει να αθροίζονται, καθώς οι επιπτώσεις τους αλληλεπικαλύπτονται.
Παράλληλα, η ποιότητα του αέρα μπορεί να διαφοροποιείται σημαντικά ακόμη και μεταξύ γειτονιών της ίδιας πόλης. Ο EEA αξιοποιεί πλέον χάρτες ανάλυσης 1×1 χιλιομέτρου, επιτρέποντας λεπτομερέστερη αποτύπωση της έκθεσης του πληθυσμού.
Η ευρωπαϊκή κατάταξη αναδεικνύει την ανάγκη για περιορισμό των εκπομπών από τις μεταφορές, τη θέρμανση και τη βιομηχανία, αλλά και για συστηματική παρακολούθηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, με αξιόπιστα, δημόσια διαθέσιμα δεδομένα.