Πρόσφατα η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επέκταση του προγράμματος «Μετεγκατάσταση», με επιδότηση έως 10.000 ευρώ για πολίτες που θα επιλέξουν να εγκατασταθούν μόνιμα σε περιοχές με έντονη πληθυσμιακή συρρίκνωση. To πρόγραμμα απευθύνεται σε περισσότερες περιοχές, περισσότερους δικαιούχους και στόχο έχει να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία. Στόχος του είναι να αποτελέσει απάντηση στο δημογραφικό πρόβλημα, κάτι που σε επίπεδο προθέσεων μοιάζει εύλογο. Πίσω όμως από τις εξαγγελίες παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα που δεν τίθεται δημόσια. Κι αυτό είναι, το πού ακριβώς θα ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι;
Η μετεγκατάσταση δεν είναι λογιστική πράξη. Δεν είναι απλώς ένα ποσό που πιστώνεται σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Είναι απόφαση ζωής. Και η ζωή δεν οργανώνεται με ένα εφάπαξ βοήθημα, όσο χρήσιμο κι αν είναι. Τα 10.000 ευρώ μπορούν να καλύψουν τα έξοδα μιας μετακόμισης, δεν μπορούν όμως να εξασφαλίσουν στέγη, σταθερότητα και προοπτική. Δεν δημιουργούν κατοικίες, δεν εγγυώνται αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, κυρίως δεν διασφαλίζουν ότι μια οικογένεια θα μπορέσει να παραμείνει στον νέο τόπο μετά τον πρώτο ή τον δεύτερο χρόνο.
Το πραγματικό διακύβευμα που συστηματικά μένει έξω από τη δημόσια συζήτηση, είναι η κατοικία. Σε πολλές από τις περιοχές που εντάσσονται στο πρόγραμμα, η στεγαστική πραγματικότητα είναι δύσκολη, με σπίτια κλειστά για χρόνια, ακίνητα εγκαταλελειμμένα, κατοικίες δηλωμένες με ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία. Το κράτος, στην πράξη δεν γνωρίζει με σαφήνεια τι ακίνητα διαθέτει, ποια μπορούν να αξιοποιηθούν και με ποιο κόστος. Δεν υπάρχει πλήρης, ενιαία και λειτουργική καταγραφή της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Κι όμως, πάνω σε αυτή την συνθήκη αβεβαιότητας επιχειρείται να οικοδομηθεί στεγαστική πολιτική.
Η έλλειψη δεδομένων αποτυπώνεται και στον γεωγραφικό σχεδιασμό του μέτρου. Γιατί ορισμένες περιοχές εντάσσονται και άλλες όχι; Γιατί απουσιάζουν περιοχές, όπως η Ήπειρος ή ακριτικές ζώνες που ερημώνουν εδώ και δεκαετίες; Η απάντηση δεν είναι πολιτική, αλλά πρακτική. Χωρίς συνολική εικόνα της διαθέσιμης ακίνητης περιουσίας, οι επιλογές γίνονται αποσπασματικά. Όταν δεν γνωρίζει το κράτος τι σπίτια υπάρχουν και σε ποια κατάσταση βρίσκονται, δεν μπορεί να σχεδιάσει αποτελεσματικά πού και πώς θα εγκατασταθούν άνθρωποι.
Αν η πολιτεία διέθετε ένα πραγματικό ψηφιακό μητρώο δημόσιων ακινήτων, η συζήτηση θα ήταν διαφορετική. Θα μπορούσε να προηγηθεί η καταγραφή, να ακολουθήσει η στοχευμένη ανακαίνιση και τελικά η παραχώρηση κατοικιών σε οικογένειες που επιθυμούν να μετεγκατασταθούν. Αυτό θα σήμαινε πολιτική με αρχή, μέση και τέλος, όχι απλώς την ελπίδα ότι το επίδομα «θα βοηθήσει». Η BluPeak Estate Analytics εδώ και καιρό επισημαίνει το αυτονόητο. Χωρίς γνώση της ακίνητης περιουσίας, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή στεγαστική και δημογραφική πολιτική.
Οι άνθρωποι δεν ριζώνουν σε προσωρινές λύσεις. Δεν κάνουν παιδιά όταν δεν ξέρουν αν θα έχουν σπίτι τον επόμενο χρόνο. Δεν επιστρέφουν σε έναν τόπο αν η καθημερινότητα ξεκινά με αβεβαιότητα. Το δημογραφικό δεν είναι αριθμοί σε πίνακες. Είναι οικογένειες, σχέδια ζωής και ανάγκη για ασφάλεια. Όσο η χώρα προσπαθεί να το αντιμετωπίσει με ημίμετρα, χωρίς να γνωρίζει τι ακίνητη περιουσία διαθέτει και πώς μπορεί να την αξιοποιήσει, το αποτέλεσμα θα είναι αναπόφευκτα περιορισμένο.
Εν κατακλείδι, η λύση δεν βρίσκεται σε μία ακόμη εξαγγελία. Βρίσκεται στη γνώση, την καταγραφή και τη στρατηγική. Πρώτα να ξέρουμε τι έχουμε. Μετά να αποφασίσουμε πώς το αξιοποιούμε. Χωρίς αυτή τη βάση, καμία πολιτική, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, δεν μπορεί να φέρει ουσιαστικό αποτέλεσμα.
*Άρθρο του Βασίλη Ηλιόπουλου, Ιδρυτή και CEO της BluPeak Estate Analytics
Περισσότερες ειδήσεις
Blupeak Estate Analytics: Η καταγραφή της ακίνητης περιουσίας των Δήμων και η λύση στο στεγαστικό
Ακίνητη περιουσία: 24 χώρες ανταλλάσσουν φορολογικές πληροφορίες για ακίνητα