Τρίτη θερμότερη χρονιά στην ιστορία της ανθρωπότητας ήταν το 2025 το οποίο πλησίασε σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο των προηγούμενων ετών-ρεκόρ, το 2024 και το 2023, όπως ανακοίνωσαν χωριστά σήμερα (14/1) το ευρωπαϊκό παρατηρητήριο Copernicus και το αμερικανικό ινστιτούτο Berkeley Earth, προειδοποιώντας πως το 2026 αναμένεται οι θερμοκρασίες να παραμείνουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Το παγκόσμιο θερμόμετρο παραμένει εδώ και τρία χρόνια σε επίπεδα που δεν είχε βιώσει ποτέ πριν η ανθρωπότητα, κατά μέσον όρο πάνω από 1,5° Κελσίου σε σύγκριση με την προβιομηχανική εποχή (1850-1900), τόνισε ο Κοπέρνικος στην ετήσια ανασκόπησή του.
«Η απότομη αύξηση που καταγράφηκε μεταξύ του 2023 και του 2025 ήταν ακραία και υποδεικνύει επιτάχυνση του ρυθμού της υπερθέρμανσης» του πλανήτη, έκριναν από την πλευρά τους επιστήμονες του κέντρου του Berkeley για τη Γη, στις ΗΠΑ.
Κλιματολόγοι, πολιτικοί και στελέχη του ΟΗΕ μοιάζουν πλέον να έχουν αποδεχτεί, και το παραδέχονται δημόσια από πέρυσι, ότι η θερμοκρασία θα ξεπεράσει με διάρκεια τον 1,5° Κελσίου σε σύγκριση με την προβιομηχανική περίοδο, που ήταν ο πιο φιλόδοξος στόχος της συμφωνίας του Παρισιού, πριν από μια δεκαετία, για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας σε πλανητική κλίμακα.
Καθώς πλέον καταγράφτηκαν τρία χρόνια συναπτά σε αυτό το επίπεδο, το κέντρο Κοπέρνικος θεωρεί πιθανό πως η διαρκής υπέρβαση του ορίου θα επισημοποιηθεί «ως τα τέλη αυτής της δεκαετίας, δηλαδή μια δεκαετία και πλέον νωρίτερα από ό,τι προβλεπόταν».
Η επιτάχυνση αυτή είναι ακόμη πιο ανησυχητική καθώς οι ΗΠΑ, η χώρα που καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση ως προς τις εκπομπές αερίου που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και την υπερθέρμανση του πλανήτη, γύρισαν την πλάτη στη διεθνή συνεργασία για το κλίμα και δίνουν πολιτική προτεραιότητα στο πετρέλαιο, αφότου ανέλαβε ο Donald Trump ξανά την προεδρία.
Ταυτόχρονα, στις πλούσιες χώρες, ο αγώνας εναντίον των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου επιεικώς ασθμαίνει. Στη Γαλλία και στη Γερμανία, οι μειώσεις των εκπομπών επιβραδύνθηκαν το 2025, ενώ στις ΗΠΑ, το άλμα της παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα αύξησε το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της χώρας, διαγράφοντας χρόνια προόδου.
«Η επείγουσα φύση της δράσης για το κλίμα δεν ήταν ποτέ τόσο σημαντική», σχολίασε ο Marco Faccini, επικεφαλής της μονάδας του Κοπέρνικου, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου.
Η Samantha Burgess, υποδιευθύντρια της υπηρεσίας για την κλιματική αλλαγή στον Κοπέρνικο, προεξοφλεί πως το 2026 θα συγκαταλέγεται «στις πέντε πιο θερμές χρονιές που καταγράφηκαν ποτέ» και πιθανόν «συγκρίσιμο με το 2025».
Οι κλιματολόγοι του Berkeley προβλέπουν και αυτοί ότι το 2026 «θα είναι πιθανόν παρόμοιο με το 2025, με πιθανότερο αποτέλεσμα να γίνει η τέταρτη θερμότερη χρονιά από το 1850».
Αν το φυσικό φαινόμενο Ελ Νίνιο, που ανεβάζει τις θερμοκρασίες, επανεκδηλωθεί, «θα μπορούσε να κάνει το 2026 χρονιά ρεκόρ», τόνισε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Carlo Buondebo, διευθυντής της υπηρεσίας για την κλιματική αλλαγή στο παρατηρητήριο Κοπέρνικος. Όμως «το αν αυτό θα γίνει το 2026, το 2027 ή το 2028 δεν έχει μεγάλη σημασία. Η τροχιά είναι πολύ, πολύ σαφής», πρόσθεσε.
Το 2025, η θερμοκρασία του αέρα στην επιφάνεια της Γης και των ωκεανών ήταν ανώτερη κατά 1,47° Κελσίου από το προβιομηχανικό επίπεδο, ενώ ήταν 1,60° Κελσίου υψηλότερη το 2024, τη χρονιά-ρεκόρ.
Ο πλανητικός μέσος όρος ωστόσο κρύβει ρεκόρ σε κάποιες περιοχές, ειδικά στην κεντρική Ασία, στην Ανταρκτική και στο Σαχέλ, σύμφωνα με αναλύσεις που έκανε το Γαλλικό Πρακτορείο με βάση δεδομένα του ευρωπαϊκού παρατηρητηρίου. Έτσι, 770 εκατ. άνθρωποι βίωσαν ζέστη-ρεκόρ, υπολογίζουν οι επιστήμονες του Berkeley, ενώ δεν καταγράφτηκε κανένα απολύτως ρεκόρ ψύχους την περασμένη χρονιά.
Το 2025 σημαδεύτηκε από σειρά ακραίων καιρικών φαινομένων (καύσωνες, κυκλώνες, σφοδρές καταιγίδες στην Ευρώπη, στην Ασία, στη βόρεια Αμερική, σαρωτικές πυρκαγιές στην Ισπανία, στον Καναδά και στην Καλιφόρνια) η ένταση ή η συχνότητα των οποίων επιτάθηκαν εξαιτίας της ανόδου της θερμοκρασίας του πλανήτη.
Η ακόμη αυξανόμενη καύση πετρελαίου και υποπροϊόντων του, άνθρακα και αερίου, θεωρείται πως ευθύνεται κατά κύριο λόγο για την αύξηση της θερμοκρασίας. Η φυσική διακύμανση διαδραματίζει επίσης ρόλο, ωστόσο το φαινόμενο Λα Νίνια, που γενικά κατεβάζει τις θερμοκρασίες, ήταν μάλλον ασθενές την περασμένη χρονιά.
Για τον Robert Rohde, επικεφαλής επιστήμονα στο Berkeley Earth, το πιο ανησυχητικό είναι πως απρόβλεπτοι παράγοντες πιθανόν επέτειναν την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη.
Για παράδειγμα, διεθνής ρύθμιση με σκοπό να μειωθεί η περιεκτικότητα θείου στα καύσιμα για τα πλοία από το 2020 είχε ως παρενέργεια τη συμβολή στην αύξηση της θερμοκρασίας διότι μείωση τις εκπομπές διοξειδίου του θείου. Προηγουμένως τα «αεροζόλ» αυτά δημιουργούσαν νέφη που αντανακλούσαν τις ακτίνες του ήλιου και μείωναν τη θερμοκρασία της Γης.
Περισσότερες ειδήσεις
Καύσωνας: Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων τον αντιμετωπίζει ως απειλή για το μέλλον
Κλιματική κρίση και φτώχεια: Η διπλή απειλή που «σημαδεύει» 900 εκατ. ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη
Καύσωνες: 16.500 ανθρώπινες ζωές χάθηκαν το φετινό καλοκαίρι στην Ευρώπη