Νέο κύκλο αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και τεχνικού κλάδου άνοιξε η προωθούμενη νομοθετική ρύθμιση για την κατάργηση της υποχρεωτικής επισύναψης τοπογραφικού διαγράμματος σε συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων, σε περιοχές όπου λειτουργεί το Κτηματολόγιο και έχει κυρωθεί πράξη εφαρμογής.
Το άρθρο 16 το οποίο έχει συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη», εμφανίζεται ως προσπάθεια να απλοποιηθούν οι διαδικασίες και να μειωθεί το κόστος για τους πολίτες, ωστόσο ήδη προκαλεί έντονες αντιδράσεις, με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) να ζητά την πλήρη απόσυρσή του.
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, η ρύθμιση τροποποιεί το ισχύον πλαίσιο που προβλέπει την υποχρεωτική προσάρτηση τοπογραφικού διαγράμματος σε κάθε συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης. Η βασική αλλαγή έγκειται στο ότι για ακίνητα εντός σχεδίου, σε περιοχές με ενεργό Κτηματολόγιο και κυρωμένη πράξη εφαρμογής, το τοπογραφικό δεν θα απαιτείται, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλονται τα όρια του ακινήτου. Στόχος, όπως επισημαίνεται, είναι η επιτάχυνση των συναλλαγών, η μείωση της γραφειοκρατίας και η προσαρμογή στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα.
Στην έκθεση συνεπειών της ρύθμισης μάλιστα σημειώνεται πως «στην περίπτωση αυτή τα όρια του ακινήτου είναι σαφή και προκύπτουν από το κτηματογραφικό διάγραμμα, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται η σύνταξη νέου διαγράμματος, ενώ οι όροι δόμησης προκύπτουν από την ηλεκτρονική ταυτότητα ακινήτου, αν αυτό έχει οικοδομηθεί».
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνη τη Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕΕ, η οποία εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για τις συνέπειες της ρύθμισης. Όπως επισημαίνεται, η κατάργηση του τοπογραφικού διαγράμματος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως τεχνική απλοποίηση, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπονομεύσει βασικές εγγυήσεις ασφάλειας στις συναλλαγές ακινήτων και να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα φιλοδοξεί να επιλύσει.
Ο πρόεδρος του ΤΕΕ, Γιώργος Στασινός, προειδοποιεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη μπορεί να λειτουργήσει ως «νάρκη» για τη συνολική προσπάθεια ψηφιοποίησης του χώρου. Όπως τονίζει, η χώρα εξακολουθεί να μην διαθέτει πλήρη και αξιόπιστα γεωχωρικά δεδομένα για το σύνολο της επικράτειας, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη διατήρηση της υποχρέωσης σύνταξης σύγχρονων, ψηφιακών τοπογραφικών διαγραμμάτων. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως αναφέρει, υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας «κενών» στην αποτύπωση των ιδιοκτησιών, ακόμη και εντός αστικών περιοχών.
Σύμφωνα με τον κ. Στασινό, οι πράξεις εφαρμογής και τα δεδομένα του Κτηματολογίου δεν αποτυπώνουν πάντοτε με ακρίβεια την πραγματική κατάσταση επί του εδάφους. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε παλαιότερες εντάξεις στο σχέδιο πόλης, τα όρια των οικοπέδων δεν έχουν καταγραφεί με σύγχρονες ψηφιακές μεθόδους, ενώ έχουν μεσολαβήσει μεταβολές που δεν αποτυπώνονται στα επίσημα αρχεία. Το τοπογραφικό διάγραμμα, σύμφωνα με τους μηχανικούς, λειτουργεί ως το μόνο αξιόπιστο εργαλείο επιβεβαίωσης της πραγματικής κατάστασης.
Παράλληλα, το ΤΕΕ επισημαίνει ότι το σύγχρονο τοπογραφικό δεν είναι ένα τυπικό δικαιολογητικό, αλλά ένα κρίσιμο τεχνικό και νομικό τεκμήριο, δεδομένου ότι περιλαμβάνει αναλυτικά στοιχεία για τα όρια, το εμβαδόν, τις όμορες ιδιοκτησίες, καθώς και δήλωση του μηχανικού για την οικοδομησιμότητα του ακινήτου. Η ακρίβεια αυτών των δεδομένων, που βασίζεται στο κρατικό σύστημα συντεταγμένων (ΕΓΣΑ ’87), θεωρείται απαραίτητη για την αποφυγή λαθών και μελλοντικών διενέξεων.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των τεχνικών φορέων είναι ότι η κατάργηση της υποχρέωσης δεν αντιμετωπίζει τη γραφειοκρατία, αλλά μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον. Όπως τονίζουν, χωρίς επικαιροποιημένο τοπογραφικό, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αποκλίσεων μεταξύ των στοιχείων του συμβολαίου και της πραγματικής κατάστασης, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ενστάσεις, διορθωτικές πράξεις και δικαστικές διαμάχες.
Οι ανησυχίες αυτές ενισχύονται από συγκεκριμένα παραδείγματα που αναδεικνύουν τις πιθανές παγίδες για τους αγοραστές. Ένα ακίνητο μπορεί να εμφανίζεται ως άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά στην πράξη να μην πληροί τις προϋποθέσεις λόγω λαθών στις εισφορές γης, εκκρεμοτήτων σε πράξεις εφαρμογής ή μη διανοιγμένων δρόμων. Σε άλλες περιπτώσεις, ενδέχεται να υπάρχουν ρυμοτομικές δεσμεύσεις, δουλείες ή περιορισμοί που δεν αποτυπώνονται χωρίς σύγχρονη αποτύπωση.
Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται και η πιθανότητα ασυμβατότητας με τα δεδομένα του Κτηματολογίου. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ των εγγραφών και της πραγματικής κατάστασης, το τοπογραφικό λειτουργεί ως κρίσιμο εργαλείο ελέγχου και τεκμηρίωσης, ενώ η απουσία του ενδέχεται να δυσχεράνει ακόμη και την καταχώριση των συμβολαίων, δημιουργώντας νέες καθυστερήσεις αντί για επιτάχυνση των διαδικασιών, υποστηρίζουν οι μηχανικοί.
Το ΤΕΕ υπενθυμίζει ότι η υποχρέωση επισύναψης τοπογραφικού δεν θεσπίστηκε τυχαία, αλλά προέκυψε μέσα από πολυετή εμπειρία λαθών και προβλημάτων στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Η καθιέρωση του Κωδικού Ηλεκτρονικού Διαγράμματος και η ψηφιακή υποβολή των στοιχείων ενίσχυσαν τη διαφάνεια και τη διαλειτουργικότητα, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας πιο αξιόπιστης βάσης γεωχωρικών δεδομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο τεχνικός κόσμος υποστηρίζει ότι η προτεινόμενη ρύθμιση συνιστά ένα βήμα προς τα πίσω, καθώς αποδυναμώνει ένα σύστημα που χτίστηκε σταδιακά για να αντιμετωπίσει χρόνιες παθογένειες της αγοράς ακινήτων: «H κατάργηση υποβολής ψηφιακών τοπογραφικών στις μεταβιβάσεις ακινήτων όμως θα οδηγήσει σε ανασφάλεια δικαίου και πισωγύρισμα στην προσπάθεια ψηφιακής αποτύπωσης, με ακρίβεια, σε ολόκληρη τη χώρα», επισημαίνεται στην ανακοίνωση του ΤΕΕ, το οποίο καλεί την πολιτεία να επανεξετάσει τη διάταξη, λαμβάνοντας υπόψη τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις για την ανάπτυξη ολοκληρωμένων γεωχωρικών υποδομών και τη σημασία της ακρίβειας στις συναλλαγές.
Περισσότερες ειδήσεις
Ελληνικό Κτηματολόγιο: Εγκαίνια νέου υποκαταστήματος στη Σπάρτη