Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αγορά κατοικίας μπαίνει στο 2026 με μια βεβαιότητα να καταρρέει: ότι το κόστος ενός σπιτιού εξαντλείται στη μηνιαία δόση του στεγαστικού δανείου. Για ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά, η δόση αποδεικνύεται απλώς το σημείο εκκίνησης.
Ασφάλιστρα που αυξάνονται απότομα, φόροι που αναπροσαρμόζονται χωρίς προειδοποίηση και έξοδα συντήρησης που συστηματικά υποτιμώνται, συνθέτουν ένα νέο, πιο πιεστικό τοπίο για τους ιδιοκτήτες. Παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι το 2026 μπορεί να εξελιχθεί στη χρονιά όπου πολλοί αγοραστές θα συνειδητοποιήσουν πόσο βαρύ γίνεται το κόστος της ιδιοκατοίκησης, ακόμη και χωρίς νέα άνοδο των επιτοκίων.
«Η στεγαστική δόση δεν είναι το “ταβάνι” των εξόδων σου, αλλά το θεμέλιο», σημειώνουν χαρακτηριστικά σύμβουλοι χρηματοδότησης, τονίζοντας ότι οι πρόσθετες δαπάνες μπορούν να ξεπεράσουν άνετα 1.400 έως 3.700 δολάρια τον μήνα, ανάλογα με την αξία και την τοποθεσία του ακινήτου.
Το κόστος ασφάλισης κατοικίας εξελίσσεται στον μεγαλύτερο πονοκέφαλο για το 2026. Από το 2021 έως σήμερα, τα ασφάλιστρα έχουν αυξηθεί σχεδόν 70%, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν νέα άνοδο έως το 2027. Ακόμη και ιδιοκτήτες χωρίς καμία αποζημίωση στο ιστορικό τους βλέπουν αυξήσεις που φτάνουν ή ξεπερνούν το 15% σε ετήσια βάση.
Η κλιματική αστάθεια, το αυξημένο κόστος ανακατασκευής και οι αυστηρότεροι όροι ανάληψης κινδύνου από τις ασφαλιστικές εταιρείες μετατρέπουν την ασφάλιση σε σταθερό, αλλά βαρύ, έξοδο.
Στις ΗΠΑ, σε πολλές Πολιτείες, ο πραγματικός φορολογικός λογαριασμός εμφανίζεται μετά το κλείσιμο της αγοράς. Σε περιοχές όπου η φορολογητέα αξία επανακαθορίζεται με την πώληση, οι νέοι ιδιοκτήτες συχνά αιφνιδιάζονται από αυξήσεις δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων στη βάση υπολογισμού του φόρου.
Η συμβουλή των ειδικών είναι σαφής: οι αγοραστές δεν πρέπει να βασίζονται στο τι πλήρωνε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, αλλά να υπολογίζουν μόνοι τους τον φόρο με βάση την τιμή αγοράς.
Η συντήρηση παραμένει το πιο παρεξηγημένο έξοδο της ιδιοκατοίκησης. Οι παλιοί «κανόνες» του 1% της αξίας του σπιτιού ετησίως θεωρούνται πλέον ανεπαρκείς. Σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά σε παλαιότερα σπίτια ή ψυχρά κλίματα, το πραγματικό κόστος πλησιάζει το 2% έως 4% της αξίας του ακινήτου.
Στέγες, συστήματα θέρμανσης και κλιματισμού, υδραυλικά και ηλεκτρολογικά μπορούν να δημιουργήσουν ξαφνικά ανάγκες δεκάδων χιλιάδων δολαρίων, συχνά σε χρονικό σημείο που συμπίπτει με μεταπώληση ή αναχρηματοδότηση.
Τα χαμηλά μηνιαία κοινόχρηστα δεν είναι πάντα καλό σημάδι. Σε πολλές πολυκατοικίες ή οργανωμένες κοινότητες, χαμηλές εισφορές σημαίνουν αναβαλλόμενες επισκευές. Όταν έρθει η ώρα για μεγάλα έργα, οι έκτακτες χρεώσεις ή οι απότομες αυξήσεις μπορούν να εκτοξεύσουν τα μηνιαία έξοδα έως και 50%.
Περισσότερες ειδήσεις
Πριν την Άνοιξη ο προτιμητέος επενδυτής για την παραχώρηση της Ακτής Βουλιαγμένης