Η στεγαστική κρίση στην Ευρώπη έχει περάσει πια από το στάδιο της πίεσης στο στάδιο της κανονικής… ασφυξίας, με τις τιμές κατοικιών και τα ενοίκια να έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία 15 χρόνια και την προσφορά να μην μπορεί να καλύψει τη ζήτηση. Οι νέοι, τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και οι βασικοί εργαζόμενοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της πίεσης, ενώ η Ελλάδα καταγράφει μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην ΕΕ ως προς το βάρος της στέγασης για τους νέους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ήπειρος χρειάζεται 10 εκατ. επιπλέον κατοικίες για να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες, ενώ το κόστος στέγασης αυξάνεται πολύ ταχύτερα από τους μισθούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι για εκατομμύρια πολίτες η πρόσβαση σε ένα ασφαλές, σταθερό και προσιτό σπίτι παύει να θεωρείται δεδομένη.
Η στεγαστική κρίση δεν αλλάζει μόνο τον οικογενειακό προγραμματισμό και τις οικονομικές δυνατότητες των πολιτών, αλλά επηρεάζει πλέον ευθέως και τη λειτουργία των κοινωνιών. Αυτό υπογράμμισε ο Ευρωπαίος Επίτροπος Στέγασης Dan Jørgensen, σημειώνοντας ότι χωρίς σταθερή κατοικία υπονομεύονται κρίσιμοι πυλώνες της ζωής, από την εργασία και την εκπαίδευση έως την κοινωνική συνοχή.
Όπως τόνισε, η απουσία ουσιαστικής αντιμετώπισης του προβλήματος δεν έχει μόνο κοινωνικό και οικονομικό κόστος, αλλά και πολιτικό αποτύπωμα, καθώς μπορεί να τροφοδοτήσει περαιτέρω τον λαϊκισμό στην Ευρώπη.
Η επιβάρυνση είναι ιδιαίτερα έντονη στους πολίτες 18 έως 34 ετών. Πάνω από το ένα τέταρτο αυτής της ηλικιακής ομάδας δαπανά περισσότερο από 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση, επίπεδο που θεωρείται σοβαρή υπερβολική επιβάρυνση. Παράλληλα, σχεδόν 1 στους 4 νέους ζει σε συνθήκες υπερσυνωστισμού, ενώ το στεγαστικό στρες για αυτή την κατηγορία είναι δύο έως τρεις φορές υψηλότερο σε σχέση με τα άτομα άνω των 65 ετών.
Η συνέπεια είναι ορατή: οι νέοι καθυστερούν να φύγουν από το πατρικό σπίτι, αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας, δυσκολεύονται να χτίσουν οικονομική σταθερότητα, ενώ εντείνεται και η πίεση στην ψυχική υγεία.
Η εικόνα στην Ελλάδα είναι ακόμη πιο πιεστική. Περίπου 30% των νέων νοικοκυριών δαπανά πάνω από 40% του εισοδήματός του για στέγαση, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίστοιχα υψηλές επιδόσεις καταγράφουν η Δανία και το Λουξεμβούργο, όμως η ελληνική περίπτωση ξεχωρίζει επειδή συνδυάζει υψηλό στεγαστικό βάρος με ασθενέστερη αγοραστική δύναμη.
Την ίδια στιγμή, το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στα χαμηλότερα εισοδήματα. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, μειώνεται αισθητά και το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην ηλικιακή ομάδα 45-54 ετών, ένδειξη ότι το πρόβλημα μετακινείται σταθερά και προς τα μεσαία στρώματα.
Τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία αποτυπώνουν μια τάση που επιδεινώθηκε ιδιαίτερα μετά την πανδημία. Μέσα σε 15 χρόνια, οι τιμές των κατοικιών στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί κατά 60%, ενώ τα ενοίκια κατά 30%. Την ίδια ώρα, οι οικοδομικές άδειες έχουν μειωθεί κατά 20%, σε μια περίοδο που η αγορά χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο: περισσότερη και ταχύτερη παραγωγή κατοικιών.
Ο επικεφαλής της ειδικής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη στεγαστική κρίση, Borja Giménez Larraz, σημείωσε ότι η Ευρώπη χρειάζεται 10 εκατ. νέες κατοικίες για να καλύψει την υφιστάμενη ζήτηση. Ωστόσο, η κατασκευαστική δραστηριότητα δεν ακολουθεί, γεγονός που εντείνει τη δυσαναλογία ανάμεσα σε προσφορά και ανάγκες.
@euronews.tv Europe has a housing crisis. 🏠 📊 30% of income spent on housing. 60% price increase in 15 years. 10 million homes missing. MEP Borja Giménez Larraz has a plan — but will it be enough? #EUXL ♬ son original – Euronews
Ακόμη πιο έντονη είναι η πίεση για όσους ζουν στο ενοίκιο. Περίπου 20% των ιδιωτικών ενοικιαστών δαπανά υπερβολικά μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για στέγαση, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για όσους έχουν στεγαστικό δάνειο είναι μόλις 5%. Για τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, η εικόνα είναι ακόμη πιο σκληρή: περίπου 1 στα 3 δαπανά πάνω από 40% των διαθέσιμων πόρων μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει κατοικία.
Αυτή τη στιγμή, η ΕΕ εμφανίζει έλλειμμα περίπου 2,25 εκατ. κατοικιών, ενώ οι νέες κατασκευές εξακολουθούν να υστερούν σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία της κρίσης είναι ότι επηρεάζει πλέον έντονα και τους λεγόμενους essential workers. Όπως επισήμανε ο Giménez Larraz, σε πολλές περιοχές της Ευρώπης αστυνομικοί, πυροσβέστες και εκπαιδευτικοί αδυνατούν να πληρώσουν ενοίκιο στις πόλεις όπου εργάζονται.
Το πρόβλημα αυτό αποκαλύπτει ότι η στεγαστική κρίση δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής πρόνοιας. Είναι ταυτόχρονα ζήτημα λειτουργίας της αγοράς εργασίας, κινητικότητας και δημόσιων υπηρεσιών. Όταν οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να ζήσουν κοντά στον χώρο εργασίας τους, υπονομεύεται η καθημερινή λειτουργία ολόκληρων πόλεων.
Παράλληλα, όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος απορροφά η στέγαση, τόσο λιγότερα χρήματα μένουν για κατανάλωση, αποταμίευση ή επένδυση σε άλλες ανάγκες. Έτσι, η κρίση μετατρέπεται και σε φρένο για την οικονομική δραστηριότητα, ενώ διευρύνεται χρόνο με τον χρόνο και το χάσμα μεταξύ όσων κατέχουν ακίνητο και όσων παραμένουν εγκλωβισμένοι στο ενοίκιο.
Η στεγαστική κρίση, ωστόσο, δεν πλήττει όλους το ίδιο. Οι πιο ευάλωτες ομάδες βρίσκονται αντιμέτωπες με δυσανάλογα υψηλό βάρος. Οι πολίτες εκτός ΕΕ είναι πάνω από δύο φορές πιο πιθανό να δαπανούν υπερβολικό ποσοστό του εισοδήματός τους για στέγαση, ενώ περισσότεροι από 1 στους 3 ζουν σε υπερπλήρεις κατοικίες. Υψηλότερη έκθεση σε κακές στεγαστικές συνθήκες έχουν επίσης οι εθνοτικές μειονότητες, τα άτομα με αναπηρία και οι μονογονεϊκές οικογένειες.
Η πρόεδρος της ειδικής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Irene Tinagli, τοποθετεί το ζήτημα στη ρίζα του: η κρίση, όπως λέει, δεν είναι ατύχημα, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών κατά τις οποίες η στέγη αντιμετωπιζόταν κυρίως ως επενδυτικό προϊόν και όχι ως κοινωνικό αγαθό.
Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώνει ότι έχει παγιωθεί η αντίληψη πως όποιος δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά τη στέγη, φέρει ο ίδιος την ευθύνη. Όμως, όταν οι μισθοί αυξάνονται οριακά και η αγορά ακινήτων εκτοξεύει τις τιμές, το πρόβλημα δεν είναι ατομική αποτυχία, αλλά κενό δημόσιας πολιτικής.
Η πίεση αυτή αγγίζει πλέον και τα μεσαία εισοδήματα, δημιουργώντας το δίλημμα της “Generation Rent”: πολλά νοικοκυριά κερδίζουν περισσότερα από τα όρια για κοινωνική κατοικία, αλλά πολύ λιγότερα από όσα απαιτούνται για αγορά κατοικίας. Έτσι, καταλήγουν να χρηματοδοτούν διαρκώς την αγορά ενοικίου χωρίς προοπτική ιδιοκατοίκησης.
Ταυτόχρονα, οι κρατικοί προϋπολογισμοί επιβαρύνονται με όλο και υψηλότερα στεγαστικά επιδόματα, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις καταλήγουν να στηρίζουν εμμέσως τους ιδιώτες ιδιοκτήτες, χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά τη δομή της αγοράς. Με απλά λόγια, ο φορολογούμενος πληρώνει περισσότερο, αλλά το πρόβλημα μένει εκεί.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν να αντιδράσουν, αλλά ο ρυθμός και η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Το Affordable Housing Action Plan της ΕΕ για το 2025 εκτιμά ότι υπάρχει επενδυτικό κενό ύψους 275 δισ. ευρώ ετησίως.
Το σχέδιο προβλέπει περισσότερη δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση, παρεμβάσεις στους κανόνες πολεοδομικού σχεδιασμού και καλύτερα εργαλεία για τις τοπικές αρχές, ώστε να διαχειρίζονται, μεταξύ άλλων, και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Ο Dan Jørgensen έχει επίσης αναδείξει την ανάγκη αντιμετώπισης των κενών κατοικιών και των κερδοσκοπικών ακινήτων, φέρνοντας ως παράδειγμα τη Δανία, όπου οι κατοικίες πρέπει να χρησιμοποιούνται ως πραγματικές κατοικίες και όχι να παραμένουν απλώς επενδυτικά κουφάρια.
Περισσότερες ειδήσεις
«Φωτιά» η αγορά ακινήτων – Το 94% βλέπει εκτόξευση τιμών την τελευταία πενταετία