Σημαντικές αλλαγές στο πεδίο των δημοσίων έργων και των επενδυτικών διαδικασιών φέρνει το νέο θεσμικό πλαίσιο που προωθεί το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών μέσα από τις διατάξεις του ερανιστικού νομοσχεδίου που εισήχθη χθες (17/3) προς συζήτηση στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου.
Οι εν λόγω διατάξεις απαντούν σε αιτήματα της αγοράς κατασκευών τα τελευταία χρόνια και όπως σημείωσε ο υπουργός, Χρίστος Δήμας, θα επιταχύνουν την ωρίμανση μεγάλων έργων υποδομής.
Με μία διπλή ρύθμιση που αφορά αφενός την οριστικοποίηση των προσωρινών συντελεστών αναθεώρησης τιμών στα δημόσια έργα, αλλά και τον θεσμό των πρότυπων προτάσεων που αν και θεσμοθετημένος, παραμένει ανενεργός, το υπουργείο επιχειρεί να συμβάλλει στη σταθεροποίηση της αγοράς κατασκευών μετά τις ανατιμήσεις των τελευταίων ετών και την επιτάχυνση της υλοποίησης κρίσιμων έργων υποδομής, δημιουργώντας ένα πιο προβλέψιμο και λειτουργικό περιβάλλον, τόσο για το Δημόσιο όσο και για τους ιδιώτες επενδυτές.
Βασική αλλαγή, την οποία ανέμενε ο κατασκευαστικός κλάδος αποτελεί η οριστικοποίηση των συντελεστών αναθεώρησης τιμών στα δημόσια έργα, μια εκκρεμότητα που τα τελευταία χρόνια είχε εξελιχθεί σε κυρίαρχο σημείο τριβής μεταξύ αναδόχων και υπηρεσιών του Δημοσίου.
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 113 του νομοσχεδίου οι μέχρι σήμερα προσωρινοί συντελεστές αναθεώρησης τιμών, οι οποίοι είχαν καθοριστεί με διαδοχικές υπουργικές αποφάσεις την περίοδο 2021 – 2022, καθίστανται οριστικοί. Η ρύθμιση καλύπτει τόσο τα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη όσο και εκείνα που θα συμβασιοποιηθούν στο μέλλον, δημιουργώντας ένα ενιαίο πλαίσιο εφαρμογής.
Η παρέμβαση, όπως εξήγησε ο κ. Δήμας και επισημαίνεται και στην έκθεση συνεπειών της ρύθμισης, έρχεται ως απάντηση στις πρωτοφανείς ανατιμήσεις που καταγράφηκαν στον κατασκευαστικό κλάδο μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία το 2022 που επέφερε δραματικές αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία και ιδίως στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η εκτίναξη των τιμών σε βασικά υλικά, όπως ο χάλυβας, ο χαλκός, τα ασφαλτικά και τα πλαστικά, σε συνδυασμό με το αυξημένο ενεργειακό κόστος, ανέτρεψαν τα οικονομικά δεδομένα των συμβάσεων.
Αρχικά, η Πολιτεία προχώρησε σε προσωρινούς συντελεστές για να απορροφηθούν οι κραδασμοί. Ωστόσο, η διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα κατέστησε σαφές ότι το φαινόμενο δεν ήταν παροδικό.
Η μακροχρόνια «εκκρεμότητα» της οριστικοποίησης είχε δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα: Ανασφάλεια δικαίου, δυσκολία στον οικονομικό προγραμματισμό, αλλά και διαφορετικές ερμηνείες από υπηρεσίες και αναδόχους.
Με τη νέα ρύθμιση, το υπουργείο επιχειρεί να βάλει τέλος σε αυτή την ασάφεια. Η αναθεώρηση των τιμών συνδέεται πλέον πιο άμεσα με τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται ότι οι ανάδοχοι αποζημιώνονται με βάση το πραγματικό κόστος εκτέλεσης.
«Η αναθεώρηση θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, ένα αίτημα εύλογο που μετουσιώνουμε σε πράξη. Επιπλέον γίνεται σαφές ότι η οριστικοποίηση των συντελεστών αποτρέπει την εγκατάλειψη έργων, την ανάγκη μεταγενέστερων διορθωτικών παρεμβάσεων και εναρμονίζει την αποζημίωση των αναδόχων με το πραγματικό κόστος εκτέλεσης», υπογράμμισε ο υπουργός.
Ο ίδιος τόνισε ότι πρόκειται για έναν μεταβατικό μηχανισμό, ο οποίος θα λειτουργήσει έως ότου έρθει πλήρως σε εφαρμογή το Ενιαίο Σύστημα Τεχνικών Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Τεχνικών Έργων και Μελετών, το οποίο θα επιτρέψει στο μέλλον πιο ακριβή, αυτόματη και τεκμηριωμένη μέθοδο για την αναθεώρηση των τιμών.
Το υπουργείο εκτιμά ότι η ρύθμιση αυτή αναμένεται να αποτρέψει φαινόμενα εγκατάλειψης έργων ή καθυστερήσεων, που σε αρκετές περιπτώσεις είχαν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια, ακριβώς λόγω της εκτίναξης του κόστους.
Η ρύθμιση δεν εφαρμόζεται οριζόντια σε όλες τις περιπτώσεις. Εξαιρούνται έργα για τα οποία έχει ήδη εκδοθεί βεβαίωση περαίωσης, εφόσον δεν είχε ζητηθεί ή εγκριθεί αναθεώρηση τιμών μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να τηρηθούν οι δημοσιονομικές ισορροπίες και να αποφευχθούν αναδρομικές επιβαρύνσεις.
Το δεύτερο μεγάλο σκέλος των αλλαγών που σχετίζονται με τον κλάδο των υποδομών αφορούν τον θεσμό των πρότυπων προτάσεων, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί μολονότι έχει θεσμοθετηθεί εδώ και πάνω από μία τριετία.
Με τις παρεμβάσεις στα άρθρα 99 έως 101 του νομοσχεδίου, επιχειρείται μια συνολική αναμόρφωση της διαδικασίας, με στόχο την ενίσχυση της ευελιξίας και την επιτάχυνση των διαδικασιών.
Συγκεκριμένα, καταργείται ο χρονικός περιορισμός που ίσχυε μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τον οποίο οι προτάσεις μπορούσαν να κατατίθενται μόνο το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε τριμήνου. Πλέον, οι ενδιαφερόμενοι φορείς θα μπορούν να υποβάλλουν τις προτάσεις τους οποτεδήποτε, μέσω της σχετικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, αλλαγή που όπως σημείωσε και ο κ. Δήμας, θεωρείται κρίσιμη για την ενεργοποίηση της αγοράς, καθώς αίρει γραφειοκρατικά εμπόδια που λειτουργούσαν αποτρεπτικά.
Επιπλέον αλλάζει η φιλοσοφία της αξιολόγησης των πρότυπων προτάσεων καθώς καταργείται η χρονική προτεραιότητα για την εξέτασή τους. Μέχρι σήμερα, το νομοθετικό πλαίσιο όριζε ότι οι προτάσεις εξετάζονταν με βάση τη σειρά κατάθεσης. Πλέον, η αρμόδια επιτροπή θα μπορεί να τις αξιολογεί με βάση τις ανάγκες και τις προτεραιότητες κάθε χρονικής περιόδου.
Αυτό σημαίνει ότι έργα με υψηλή στρατηγική σημασία θα μπορούν να προωθούνται ταχύτερα, ανεξαρτήτως του πότε κατατέθηκαν.
Παράλληλα, αλλάζει και η σύνθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης, με την προεδρία να ανατίθεται πλέον στον αρμόδιο, κατά περίπτωση, Γενικό Γραμματέα Υποδομών ή στον Ειδικό Γραμματέα Υδραυλικών Έργων και Κτιρίων, αντί του υπουργού. Στόχος είναι η πιο λειτουργική και τεχνοκρατική αξιολόγηση των προτάσεων.
Ταυτόχρονα αυξάνονται τα κίνητρα για τους επενδυτές με την αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των εξόδων προετοιμασίας των προτάσεων. Ενώ μέχρι σήμερα υπήρχε ανώτατο όριο 3% επί του προϋπολογισμού του έργου το οποίο αφορούσε η μελέτη, πλέον θεσπίζεται κατώτατο όριο στο ίδιο ποσοστό.
Πηγές κοντά στην υπόθεση σημειώνουν ότι η ρύθμιση αυτή ενισχύει τα κίνητρα για την υποβολή ώριμων και τεκμηριωμένων προτάσεων, διασφαλίζοντας ότι οι φορείς που επενδύουν σε μελέτες και προετοιμασία θα αποζημιώνονται σε εύλογο βαθμό.
Περισσότερες ειδήσεις
Κατασκευαστικός εγγυητής των μεγάλων έργων της Κρήτης η ΤΕΡΝΑ