Προφυλακιστέος κρίθηκε ο 43χρονος αστυνομικός που κατηγορείται για το θανατηφόρο τροχαίο έξω από τη Βουλή, με θύμα έναν 63χρονο μοτοσικλετιστή, μετά την απολογία του ενώπιον των ανακριτικών αρχών.
Το δυστύχημα σημειώθηκε στις 12 Μαρτίου στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, όταν, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας υπηρεσιακή μοτοσικλέτα, παραβίασε ερυθρό σηματοδότη και κινήθηκε αντίθετα προς την επιτρεπόμενη κατεύθυνση κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με τη μοτοσικλέτα του 63χρονου. Ο τελευταίος υπέκυψε στα τραύματά του μετά τη νοσηλεία του. Η σχετική ποινική μεταχείριση εξαρτάται, πάντως, όχι μόνο από την παράβαση των κανόνων κυκλοφορίας, αλλά και από τη νομική αξιολόγηση της συνολικής οδηγικής συμπεριφοράς και της συνάφειάς της με το θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Σε βάρος του κατηγορουμένου έχει ασκηθεί δίωξη, σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, για επικίνδυνη οδήγηση από την οποία επήλθε θάνατος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 290Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά το άρθρο 302 ΠΚ. Η τελική νομική αποτίμηση των πράξεων αυτών, καθώς και η μεταξύ τους σχέση, αποτελεί αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας και της δικαστικής κρίσης.
Το κρίσιμο ποινικό σημείο βρίσκεται στο άρθρο 290Α ΠΚ περί επικίνδυνης οδήγησης. Μετά τις πρόσφατες νομοθετικές μεταβολές, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη περιλαμβάνεται ρητά στις συμπεριφορές που μπορούν να θεμελιώσουν το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία του νόμου. Αν από την πράξη αυτή προκληθεί θάνατος άλλου, προβλέπεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, ενώ σε περίπτωση θανάτου μεγάλου αριθμού ανθρώπων το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και ισόβια κάθειρξη.
Η κίνηση στο αντίθετο ρεύμα αποτελεί σοβαρή παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και συνεκτιμάται επιβαρυντικά κατά την αξιολόγηση της συνολικής οδηγικής συμπεριφοράς. Ωστόσο, από νομική άποψη, δεν αρκεί κάθε περίπτωση κίνησης «στο αντίθετο ρεύμα» για να υπαχθεί αυτομάτως στην ειδική περίπτωση του άρθρου 290Α ΠΚ. Η εφαρμογή της διάταξης εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τη φύση της οδού και τον τρόπο με τον οποίο η πράξη εντάσσεται στο νομοτυπικό πλαίσιο της επικίνδυνης οδήγησης.
Σε επίπεδο διοικητικών κυρώσεων, ο νέος ΚΟΚ προβλέπει για την κίνηση αντίθετα προς την κατεύθυνση κυκλοφορίας διοικητικό πρόστιμο 350 ευρώ, αφαίρεση άδειας οδήγησης και στοιχείων κυκλοφορίας για 30 ημέρες, καθώς και πρόσθετες κυρώσεις όταν η παράβαση κατατάσσεται στην κατηγορία αντικοινωνικής οδικής συμπεριφοράς. Αντίστοιχα, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη εξακολουθεί να επισύρει και αυτοτελείς διοικητικές κυρώσεις, ανεξάρτητα από την ποινική αξιολόγηση που μπορεί να ακολουθήσει όταν έχει επέλθει σοβαρό τροχαίο αποτέλεσμα.
Σε υποθέσεις όπως η συγκεκριμένη, η νομική βαρύτητα δεν εξαντλείται στο αν παραβιάστηκε ένας κανόνας του ΚΟΚ. Το πραγματικό κέντρο βάρους βρίσκεται στο αν η συνολική οδηγική συμπεριφορά κρίνεται ως ιδιαιτέρως επικίνδυνη, αν συνδέεται αιτιωδώς με το θανατηφόρο αποτέλεσμα και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 290Α ΠΚ στην αυστηρή μορφή του. Για τον λόγο αυτό, παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, κίνηση αντίθετα προς την κυκλοφορία και θανατηφόρο αποτέλεσμα αποτελούν στοιχεία που αξιολογούνται ενιαία από τις δικαστικές αρχές και όχι αποσπασματικά.
Η υπόθεση του τροχαίου έξω από τη Βουλή επαναφέρει στο προσκήνιο τη σαφή αυστηροποίηση του πλαισίου για σοβαρές παραβάσεις οδικής ασφάλειας. Η παραβίαση κόκκινου σηματοδότη, η επικίνδυνη κίνηση αντίθετα προς την κυκλοφορία, η υπερβολική ταχύτητα και άλλες ανάλογες συμπεριφορές δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως απλές διοικητικές παραβάσεις, αλλά, υπό προϋποθέσεις και όταν προκαλείται βαρύ αποτέλεσμα, μπορούν να οδηγήσουν σε κακουργηματική ποινική μεταχείριση.
Περισσότερες ειδήσεις
Κυκλοφοριακό Αττικής: Γρίφος χωρίς εύκολη λύση και μέτρα υπό διαρκή αναθεώρηση