Ο κτιριακός τομέας θεωρείται από τους βασικούς παράγοντες που θα κρίνουν την επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης της Ευρώπης, καθώς αποτελεί τον μεγαλύτερο καταναλωτή ενέργειας. Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ προχωρά σε μια συνολική αναμόρφωση του πλαισίου ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, με στόχο τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και τη μείωση του κόστους για πολίτες και επιχειρήσεις.
Σήμερα, τα κτίρια ευθύνονται για περισσότερο από το 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρώπη και για περίπου το ένα τρίτο των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται με την ενέργεια. Παράλληλα, σχεδόν το 75% του ευρωπαϊκού κτιριακού αποθέματος χαρακτηρίζεται από χαμηλή ενεργειακή απόδοση.
Ένα κτίριο ενεργειακής κατηγορίας Α καταναλώνει κατά μέσο όρο έως και δέκα φορές λιγότερη ενέργεια σε σχέση με ένα αντίστοιχο κτίριο κατηγορίας G. Αυτό μεταφράζεται σε σημαντική μείωση των λογαριασμών ενέργειας για τους καταναλωτές. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, οι ενεργειακές ανακαινίσεις μπορούν να αποφέρουν ετήσια εξοικονόμηση που φτάνει τα 900 ευρώ ανά νοικοκυριό.
Η διάσταση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι το 9,2% των Ευρωπαίων πολιτών εξακολουθεί να αδυνατεί να διατηρήσει επαρκώς θερμαινόμενη την κατοικία του.
Παράλληλα η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγόμενα καύσιμα, με το 35,8% των εισαγωγών φυσικού αερίου να κατευθύνεται στη θέρμανση των κτιρίων. Ταυτόχρονα, πάνω από το 75% της ενεργειακής κατανάλωσης των νοικοκυριών αφορά θέρμανση, ψύξη χώρων και παραγωγή ζεστού νερού χρήσης. Η μείωση αυτών των αναγκών μπορεί να περιορίσει δραστικά την εξάρτηση της Ευρώπης από τις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις γεωπολιτικές αναταράξεις που επηρεάζουν τις τιμές ενέργειας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που συνοδεύουν τη στρατηγική της ΕΕ, η εκτεταμένη ανακαίνιση οικιστικών και μη οικιστικών κτιρίων θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση φυσικού αερίου κατά έως και 60 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως έως το 2040. Πρόκειται για μείωση της τάξης του 60% σε σύγκριση με την ποσότητα φυσικού αερίου που καταναλώνεται σήμερα στα ευρωπαϊκά κτίρια.
Εξάλλου υπολογίζεται ότι η ολοκληρωμένη θερμομόνωση των κατοικιών στην ΕΕ θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση ενέργειας για θέρμανση κατά 44%, εξοικονομώντας παράλληλα έως και 44,2 δισ. ευρώ σε επενδύσεις στα δίκτυα διανομής ενέργειας. Επιπλέον, θα μπορούσε να περιορίσει κατά 75% τη συμφόρηση των δικτύων μεταφοράς, διευκολύνοντας την ενσωμάτωση περισσότερων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό σύστημα.
Η μετάβαση αυτή αναμένεται να δημιουργήσει και σημαντικά οικονομικά οφέλη για την ευρωπαϊκή αγορά. Οι ενεργειακές ανακαινίσεις κινητοποιούν επενδύσεις στον κατασκευαστικό κλάδο, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και ενισχύουν τη βιομηχανία καθαρών τεχνολογιών.
Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη – μέλη καλούνται να καταρτίσουν και να εφαρμόσουν εθνικά σχέδια ανακαίνισης κτιρίων με ορίζοντα το 2050. Για τα μη οικιστικά κτίρια, όπως γραφεία, σχολεία και νοσοκομεία, οι νέοι κανόνες προβλέπουν την αναβάθμιση του 16% των κτιρίων με τη χειρότερη ενεργειακή απόδοση έως το 2030 και του 26% έως το 2033. Για τις κατοικίες, στόχος είναι η μείωση της μέσης κατανάλωσης ενέργειας κατά 16% έως το 2030 σε σχέση με τα επίπεδα του 2020.
Περισσότερες ειδήσεις
Πολυτελείς κατοικίες: «Σωσίβιο» για τις υψηλές ανάγκες η συνιδιοκτησία