Η στεγαστική πίεση στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα, αλλά μιας δομικής ανισορροπίας: η προσφορά κατοικιών ανακάμπτει αργά μετά από δεκαπενταετή αποεπένδυση, ενώ η ζήτηση ενισχύεται ταχύτερα από την αύξηση των εισοδημάτων, τη σταδιακή επανενεργοποίηση της στεγαστικής πίστης, τις ξένες επενδύσεις, τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και την αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών.
Τα αίτια της αύξησης των τιμών κατοικίας και των ενοικίων στην Ελλάδα υπό το πρίσμα της προσφοράς και της ζήτησης εξετάζει η νέα μελέτη πολιτικής με τίτλο «Ο ρόλος της ψαλίδας προσφοράς και ζήτησης στην άνοδο του κόστους κατοικίας» των Ιωάννη Ναβροζίδη, Χρήστου Λούκα και Νίκου Ρώμπαπα που δημοσιεύει σήμερα το ΚΕΦΙΜ.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η σημερινή στεγαστική πίεση δεν εξηγείται αποκλειστικά ούτε από τη βραχυχρόνια μίσθωση ούτε από τη «χρυσή βίζα» ή την αύξηση των εισοδημάτων. Αντίθετα, προκύπτει από την αλληλεπίδραση μιας προσφοράς που παραμένει περιορισμένη και δύσκαμπτη με μια ζήτηση που ενισχύεται ταυτόχρονα από πολλούς παράγοντες.
Σύμφωνα με το policy paper, η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στη βαθιά αποεπένδυση της περιόδου της κρίσης. Μεταξύ 2007 και 2017, οι επενδύσεις σε κατοικίες μειώθηκαν κατά 95%, ενώ οι οικοδομικές άδειες κατά 84%. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η οικοδομική δραστηριότητα δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα, με αποτέλεσμα το έλλειμμα νέας προσφοράς να παραμένει σημαντικό.
Παράλληλα, το υφιστάμενο απόθεμα κατοικιών δεν μπορεί να καλύψει άμεσα το κενό. Αν και στην Ελλάδα καταγράφεται υψηλό ποσοστό κατοικιών που δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία, μεγάλο μέρος τους δεν είναι πραγματικά διαθέσιμο για μακροχρόνια μίσθωση ή αγορά, λόγω παλαιότητας, ανάγκης ανακαινίσεων, νομικών ή πολεοδομικών εκκρεμοτήτων, αλλά και γεωγραφικής αναντιστοιχίας με τη ζήτηση.
Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι τα εξής:
Η μελέτη επισημαίνει ότι πολιτικές που ενισχύουν τη ζήτηση χωρίς να αυξάνουν αντίστοιχα την πραγματικά διαθέσιμη προσφορά κατοικιών ενδέχεται να έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα ή ακόμη και να οδηγήσουν σε περαιτέρω άνοδο τιμών. Για τον λόγο αυτό, η σταθεροποίηση της αγοράς κατοικίας προϋποθέτει πολιτικές που διευκολύνουν την παραγωγή νέων κατοικιών, την ταχύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος και τη μείωση των θεσμικών, διοικητικών και πολεοδομικών εμποδίων.
«Η στεγαστική πίεση που βιώνουν σήμερα χιλιάδες νοικοκυριά, και ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι στα μεγάλα αστικά κέντρα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με εύκολες εξηγήσεις ή αποσπασματικά μέτρα. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και διαρθρωτικό: για πολλά χρόνια η Ελλάδα σχεδόν σταμάτησε να παράγει νέες κατοικίες, ενώ σήμερα η ζήτηση επανέρχεται από πολλές διαφορετικές πηγές. Αν θέλουμε πιο προσιτή στέγη, πρέπει να εστιάσουμε στην αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς, στη μείωση των εμποδίων που κρατούν ακίνητα εκτός αγοράς και στη δημιουργία ενός πιο λειτουργικού πλαισίου για την κατοικία. Χωρίς περισσότερες διαθέσιμες κατοικίες, οι πολιτικές που απλώς ενισχύουν τη ζήτηση κινδυνεύουν να μετατραπούν σε υψηλότερες τιμές» δήλωσε ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας.
Περισσότερες ειδήσεις