Η παρατεταμένη ζέστη και η έλλειψη σημαντικών βροχοπτώσεων πιέζουν πλέον σε οριακό σημείο τα υδατικά αποθέματα της βόρειας Ιταλίας, με τη λίμνη Ματζόρε να βρίσκεται σε συνθήκες ακραίας ξηρασίας και την Ελβετία να επιστρατεύεται για την προσωρινή ενίσχυση των διαθέσιμων ποσοτήτων νερού.
Η Ελβετία αυξάνει την εκροή νερού από τη λίμνη Λουγκάνο προς την Ιταλία, μέσω του ποταμού Τρέζα, από 3 σε 8 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο, σε μια προσπάθεια να στηριχθεί η στάθμη της Ματζόρε και κυρίως να εξασφαλιστεί νερό για τις εκτεταμένες ορυζοκαλλιέργειες του Πιεμόντε και της Λομβαρδίας. Το μέτρο θα εφαρμοστεί για 10 ημέρες και στη συνέχεια θα επανεκτιμηθεί.
Η πρόσθετη εκροή αναμένεται να μειώσει τη στάθμη της ίδιας της λίμνης Λουγκάνο κατά περίπου 10 εκατοστά, στοιχείο που αποτυπώνει και τα στενά περιθώρια της παρέμβασης: το νερό που κατευθύνεται προς μία περιοχή αφαιρείται από ένα άλλο ήδη πιεσμένο υδατικό σύστημα.
Η εικόνα στη λίμνη Ματζόρε είναι από τις δυσκολότερες των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που συγκεντρώνει το ISPRA, η λεκάνη του Πάδου βρίσκεται πλέον σε κατάσταση υψηλής υδατικής πίεσης, ενώ στη Ματζόρε τόσο η στάθμη όσο και οι εκροές κινούνται κοντά στα ιστορικά ελάχιστα επίπεδα αναφοράς. Ο σχετικός δείκτης αποθηκευμένων υδάτων κατατάσσει τη λίμνη σε κατάσταση ακραίας ξηρασίας.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από την παρατεταμένη απουσία σημαντικών βροχοπτώσεων και τις θερμοκρασίες άνω των φυσιολογικών επιπέδων ήδη από τα μέσα Μαΐου, οι οποίες αυξάνουν την εξατμισοδιαπνοή και ταυτόχρονα τις ανάγκες σε νερό. Από τη δεύτερη εβδομάδα του Ιουνίου καταγράφεται συνεχής πτώση των αποθεμάτων στις μεγάλες ρυθμιζόμενες λίμνες της περιοχής.
Η στάθμη της Ματζόρε βρίσκεται πλέον μόλις λίγα εκατοστά πάνω από ένα νέο ιστορικό χαμηλό, σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές του καντονιού Τιτσίνο.
Οι δύο λίμνες συνδέονται φυσικά μέσω του ποταμού Τρέζα, επιτρέποντας στην πρόσθετη ποσότητα νερού που απελευθερώνεται από τη Λουγκάνο να φτάσει στη Ματζόρε και στη συνέχεια στις γεωργικές εκτάσεις της Νοβάρα, της Λομελίνα και της ευρύτερης περιοχής του Μιλάνου.
Η απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο του ιταλοελβετικού οργάνου διαβούλευσης που είναι αρμόδιο για τη ρύθμιση της στάθμης της λίμνης Ματζόρε και τη διαχείριση των υδατικών πόρων της λεκάνης της, έπειτα από έκτακτη συνεδρίαση που ζητήθηκε από το ιταλικό υπουργείο Περιβάλλοντος.
Η διαχείριση της Ματζόρε έχει έτσι κατεξοχήν διασυνοριακό χαρακτήρα. Η στάθμη της ρυθμίζεται από το φράγμα Μιορίνα στο Σέστο Καλεντέ, σε ιταλικό έδαφος, ωστόσο οι αποφάσεις για τους διαθέσιμους υδατικούς πόρους επηρεάζουν άμεσα τόσο την Ιταλία όσο και την Ελβετία.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα μεγάλη στις ορυζοκαλλιέργειες του Πιεμόντε και της Λομβαρδίας, καθώς η περιοχή που εξαρτάται από το σύστημα Τιτσίνο–Ματζόρε αποτελεί τη μεγαλύτερη ζώνη παραγωγής ρυζιού στην Ευρώπη.
Το ρύζι βρίσκεται αυτή την περίοδο σε φάση κατά την οποία χρειάζεται μεγάλες ποσότητες νερού για τουλάχιστον ακόμη τρεις εβδομάδες. Σύμφωνα με την Αρχή Λεκάνης του Πάδου, ανεπαρκής άρδευση σε αυτή τη φάση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε απώλεια σχεδόν ολόκληρης της παραγωγής ή σε σοβαρή υποβάθμιση της ποιότητάς της.
Η Ιταλία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ρυζιού στην Ευρώπη, με περίπου 235.000 εκτάρια καλλιεργειών το 2025. Πάνω από το 80% βρίσκεται στις βόρειες επαρχίες Πάβια, Βερτσέλι και Νοβάρα, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το υδατικό σύστημα του Πάδου.
Η λειψυδρία έχει ήδη οδηγήσει σε εκ περιτροπής άρδευση, ώστε διαφορετικές γεωργικές περιοχές να λαμβάνουν νερό εναλλάξ, ενώ παραγωγοί έχουν αναγκαστεί σε ορισμένες περιπτώσεις να εγκαταλείψουν τμήματα των καλλιεργειών τους προκειμένου να διασώσουν τα υπόλοιπα.
Μόνο στον κλάδο ρυζιού της Πάβια, οι απώλειες εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 100 εκατ. ευρώ, λόγω της ξηρασίας, του αυξημένου κόστους παραγωγής και της πίεσης στις τιμές.
Η κρίση δεν περιορίζεται πλέον στη γεωργία. Στο Πιεμόντε, περίπου 100 δήμοι είχαν ήδη επιβάλει περιορισμούς στη χρήση νερού έως τα μέσα Ιουλίου, ενώ σε περίπου 50 δήμους, συνολικού πληθυσμού 25.000 κατοίκων, χρησιμοποιούνταν υδροφόρες για την ενίσχυση των δεξαμενών ύδρευσης.
Τα διαθέσιμα επιφανειακά ύδατα στο Πιεμόντε βρίσκονταν κατά 37% κάτω από τον εποχικό μέσο όρο, ενώ στις αρχές Ιουλίου αρκετοί σταθμοί μέτρησης εμφάνιζαν ελλείμματα άνω του 40%. Στην Isola Sant’Antonio, η μέση παροχή του Πάδου είχε πέσει στα 62 κ.μ. ανά δευτερόλεπτο, περίπου 75% κάτω από την ιστορική τιμή αναφοράς.
Στη Λομβαρδία, 50 δήμοι αντιμετώπιζαν προβλήματα υδροδότησης, με 17 από αυτούς να τροφοδοτούνται με υδροφόρες, ενώ προβλήματα καταγράφονταν επίσης στο Βένετο, στο Πιεμόντε και σε άλλες περιοχές της Ιταλίας.
Η εικόνα της Ματζόρε αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κρίσης. Το Παρατηρητήριο του Υδρογραφικού Διαμερίσματος του Πάδου έχει θέσει ολόκληρη τη λεκάνη σε επίπεδο υψηλής υδατικής πίεσης, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι συνεχίζουν να μειώνονται.
Ανάλογες πιέσεις καταγράφονται στη λίμνη Κόμο και στη λίμνη Ιζέο, με τη δεύτερη επίσης σε συνθήκες ακραίας ξηρασίας. Μόνο η λίμνη Γκάρντα εμφανίζει επίπεδα αποθήκευσης εντός των φυσιολογικών ορίων, αν και οι στάθμες και οι εκροές παραμένουν χαμηλότερες από τον μέσο όρο.
Οι ιταλικές αρχές έχουν ήδη ζητήσει από τους διαχειριστές των υδροηλεκτρικών ταμιευτήρων των Άλπεων πρόσθετες αποδεσμεύσεις νερού για τη στήριξη των ποτάμιων ροών. Στις αρχές Αυγούστου καταγράφονταν, μεταξύ άλλων, πρόσθετες παροχές περίπου 7 κ.μ./δευτ. από τον Dora Riparia, 8 κ.μ./δευτ. από τον Orco και 13 κ.μ./δευτ. από τη λεκάνη του Toce.
Οι χαμηλές παροχές δημιουργούν παράλληλα πρόβλημα στο Δέλτα του Πάδου. Όσο μειώνεται η ποσότητα γλυκού νερού που φτάνει προς τη θάλασσα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος διείσδυσης θαλασσινού νερού προς την ενδοχώρα.
Η υφαλμύρωση μπορεί να επιβαρύνει τα οικοσυστήματα, τις καλλιέργειες αλλά και τις εγκαταστάσεις υδροδότησης, διευρύνοντας τις συνέπειες της ξηρασίας πολύ πέρα από τις περιοχές όπου καταγράφεται άμεσα η έλλειψη νερού.
Η παρέμβαση από τη λίμνη Λουγκάνο αναδεικνύει ένα από τα βασικά προβλήματα που δημιουργεί η παρατεταμένη λειψυδρία: όταν η διαθέσιμη ποσότητα μειώνεται, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο νερό υπάρχει, αλλά και πού θα κατευθυνθεί.
Η γεωργία χρειάζεται άρδευση ακριβώς κατά τους θερμότερους μήνες. Την ίδια στιγμή, νερό απαιτείται για την ύδρευση των κατοίκων, τη διατήρηση των ελάχιστων οικολογικών παροχών των ποταμών, την προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων, τη βιομηχανία και, σε ορισμένες περιοχές, την παραγωγή ενέργειας.
Η προσωρινή μεταφορά πρόσθετων ποσοτήτων από τη Λουγκάνο στη Ματζόρε λειτουργεί έτσι ως λύση ανάγκης και όχι ως απάντηση στο μακροπρόθεσμο πρόβλημα. Η ενίσχυση των ταμιευτήρων και των δικτύων, ο περιορισμός των απωλειών, η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων και αποδοτικότερες μέθοδοι άρδευσης αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου η διαθεσιμότητα του νερού γίνεται περισσότερο ασταθής.
Περισσότερες ειδήσεις
Time Out: Διακοπές με μέτρο στην Ελλάδα – Περιορισμοί σε πισίνες, ντους και… το voucher των 5 ευρώ