Εκατοντάδες χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε καθημερινά καταναλωτικά προϊόντα, πλαστικά, καλλυντικά, φυτοφάρμακα, τρόφιμα, πόσιμο νερό, φάρμακα και οικοδομικά υλικά εμφανίζουν χαρακτηριστικά που έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Health Perspectives, επιχειρεί να χαρτογραφήσει όχι μόνο ποιες ουσίες μπορεί να σχετίζονται με τον καρκίνο του μαστού, αλλά και πού χρησιμοποιούνται, σε ποιες ποσότητες παράγονται και με ποιους τρόπους εκτίθεται σε αυτές ο πληθυσμός.
Οι ερευνητές του Silent Spring Institute και του University of California, Berkeley, ανέλυσαν στοιχεία από περισσότερες από δώδεκα βάσεις δεδομένων της αμερικανικής κυβέρνησης, εξετάζοντας μεταξύ άλλων την παραγωγή χημικών ουσιών, τις εκπομπές τους στο περιβάλλον και τα επίπεδα που ανιχνεύονται στο ανθρώπινο σώμα.
Η ανάλυση εντόπισε 500 χημικές ουσίες που σχετίζονται με πιθανούς μηχανισμούς ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σε καταναλωτικά προϊόντα, όπως καλλυντικά, πλαστικά είδη και απορρυπαντικά.
Παράλληλα, καταγράφηκαν:
Η νέα έρευνα βασίζεται σε προηγούμενη εργασία της ίδιας επιστημονικής ομάδας, η οποία είχε εντοπίσει περισσότερες από 900 χημικές ουσίες με χαρακτηριστικά που μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Ορισμένες προκαλούν όγκους στους μαστικούς αδένες πειραματόζωων, άλλες επηρεάζουν τη λειτουργία των ορμονών και άλλες μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στο DNA.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις ουσίες που προέρχονται από ορυκτά καύσιμα και πετροχημικές διεργασίες, καθώς πολλές από αυτές παράγονται σε εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες και χρησιμοποιούνται στην παραγωγή πλαστικών.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι δισφαινόλες και οι φθαλικές ενώσεις, κατηγορίες χημικών που χρησιμοποιούνται ευρέως στα πλαστικά και έχουν μελετηθεί για τις επιπτώσεις τους στο ορμονικό σύστημα και το DNA.
Το 2019, το τελευταίο έτος για το οποίο υπήρχαν διαθέσιμα σχετικά στοιχεία στην ανάλυση, στις ΗΠΑ παρήχθησαν περισσότερες από 5 δισ. λίβρες χημικών ουσιών που οι ερευνητές κατατάσσουν στην κατηγορία των ουσιών ενδιαφέροντος για τον καρκίνο του μαστού.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η δισφαινόλη Α (BPA), το στυρένιο, το βενζόλιο και το χλωριούχο βινύλιο.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία του National Emissions Inventory, περισσότερες από 2 δισ. λίβρες των συγκεκριμένων χημικών απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα στις ΗΠΑ το 2020.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι η πραγματική ανθρώπινη έκθεση παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκώς καταγεγραμμένη. Η αμερικανική έρευνα βιοπαρακολούθησης NHANES έχει ανιχνεύσει 84 από τις συγκεκριμένες χημικές ουσίες στο ανθρώπινο σώμα, ωστόσο οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι πρόκειται μόνο για ένα μικρό μέρος όσων χρησιμοποιούνται καθημερινά.
Μάλιστα, ορισμένες από τις ουσίες που έχουν ελεγχθεί ανιχνεύονται σε πάνω από το 90% του πληθυσμού. Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης περισσότερες από 340 δυνητικά σχετιζόμενες με τον καρκίνο του μαστού ουσίες, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο αμερικανικό Toxics Release Inventory, παρότι περίπου το ένα τέταρτο αυτών παραγόταν ή εισαγόταν σε ποσότητες άνω του 1 εκατ. λιβρών (~450 τόνοι) ετησίως το 2019.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα ευρήματα για το πόσιμο νερό. Σύμφωνα με τη μελέτη, εντοπίστηκαν 123 μη ρυθμιζόμενες χημικές ουσίες στο νερό, οι οποίες εμφανίζουν χαρακτηριστικά που τις κατατάσσουν στις ουσίες ενδιαφέροντος για τον καρκίνο του μαστού.
Στα τρόφιμα και τα ποτά εντοπίστηκαν επίσης περισσότερες από 260 τέτοιες ουσίες, μεταξύ άλλων κατάλοιπα φυτοφαρμάκων και χρωστικές.
Η Jennifer Kay, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ερευνήτρια στο Silent Spring Institute, επισημαίνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την έκθεση σε μία μεμονωμένη χημική ουσία.
Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι έρχονται καθημερινά σε επαφή με πολλά διαφορετικά χημικά ταυτόχρονα, μέσω του αέρα, του νερού, των τροφίμων και των προϊόντων που χρησιμοποιούν, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη μελέτη των πιθανών σωρευτικών επιπτώσεων.
Στα 485 χημικά που εντοπίστηκαν σε προϊόντα φυτοπροστασίας, μόλις 145 είναι σήμερα καταχωρισμένα στην αμερικανική EPA ως δραστικές ουσίες.
Το Silent Spring Institute επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος των υπόλοιπων χρησιμοποιούνται ως αποκαλούμενα «αδρανή» συστατικά, τα οποία δεν υπόκεινται πάντα στο ίδιο επίπεδο ελέγχου με τις δραστικές ουσίες.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το εύρημα αναδεικνύει ένα σημαντικό κενό στην αξιολόγηση των ολοκληρωμένων χημικών μειγμάτων στα οποία εκτίθενται οι άνθρωποι.
Το American Chemistry Council, που εκπροσωπεί περίπου 200 επιχειρήσεις του κλάδου χημικών, σημείωσε ότι η μελέτη εντοπίζει ουσίες που δικαιολογούν περαιτέρω επιστημονική διερεύνηση και ενδεχομένως ρυθμιστική προσοχή.
Παράλληλα, επισήμανε ότι αρκετές από τις εκτιμήσεις έκθεσης βασίζονται σε προγνωστικά μοντέλα, περιορισμένα δεδομένα και παραδοχές, επομένως συνοδεύονται από σημαντική αβεβαιότητα.
Οι ίδιοι οι ερευνητές αναγνωρίζουν αυτόν τον περιορισμό, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι σε ορισμένες ομάδες του πληθυσμού —όπως εργαζόμενοι ή κάτοικοι περιοχών κοντά σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις και οδικούς άξονες— οι πραγματικές εκθέσεις μπορεί να είναι σημαντικά υψηλότερες από τον μέσο όρο.
Το βασικό μήνυμα της έρευνας δεν είναι ότι καθεμία από τις εκατοντάδες ουσίες προκαλεί από μόνη της καρκίνο του μαστού, αλλά ότι μεγάλος αριθμός χημικών με βιολογικά χαρακτηριστικά σχετιζόμενα με την καρκινογένεση βρίσκεται ήδη στην καθημερινή ζωή και στο περιβάλλον, ενώ η συστηματική παρακολούθηση της ανθρώπινης έκθεσης παραμένει περιορισμένη.
Περισσότερες ειδήσεις
Το πολύωρο καθισιό αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου από καρκίνο – Η κίνηση που κάνει τη διαφορά
Σπάνιος καρκίνος μετά από πλαστική στήθους; Τι δείχνουν τα στοιχεία από 111 περιστατικά