Τα ευρήματα της ανεξάρτητης μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για το οικονομικό αποτύπωμα των προγραμμάτων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ) προς επιχειρήσεις την περίοδο 2019-2025 παρουσιάστηκαν σήμερα, Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026, σε εκδήλωση της ΕΑΤ με τίτλο «Χρηματοδότηση με αποτύπωμα: Άνθρωποι – Θέσεις εργασίας – Ανάπτυξη».
Σύμφωνα με τη μελέτη, για κάθε 1 ευρώ πόρων που δεσμεύεται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ παράγονται 3,58 ευρώ ΑΕΠ, ενώ η σωρευτική επίδραση των προγραμμάτων της περιόδου 2019-2025 εκτιμάται σε 12,5 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ και 383.600 ετήσιες θέσεις πλήρους απασχόλησης.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε παρουσία του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκου Παπαθανάση, στο χαρτοφυλάκιο του οποίου υπάγεται η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Την πορεία της Τράπεζας παρουσίασε η Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΑΤ, Ισμήνη Παπακυρίλλου, ενώ τα ευρήματα της μελέτης παρουσίασε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας.
Ο κ. Παπαθανάσης αναφέρθηκε στα επίσημα στοιχεία για το αποτέλεσμα της αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται από το 2019, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα διατηρεί υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι επενδύσεις, μειώνονται οι φόροι και η ανεργία έχει υποχωρήσει κοντά σε ιστορικά χαμηλά των τελευταίων δεκαετιών.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η χώρα ολοκλήρωσε εγκαίρως τα ορόσημα και τους στόχους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με αποτέλεσμα να απορροφηθούν 36 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 16% του ελληνικού ΑΕΠ.
Ο Αναπληρωτής Υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στον αναπτυξιακό ρόλο της ΕΑΤ, σημειώνοντας ότι μέχρι σήμερα έχουν δοθεί δάνεια ύψους σχεδόν 13 δισ. ευρώ προς 46.000 επιχειρήσεις.
Το 77% των δικαιούχων έχει ετήσιο κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ, ενώ το 72% απασχολεί έως 10 εργαζομένους. Παράλληλα, μέσω των εγγυοδοτικών προγραμμάτων διευρύνεται η περίμετρος των επιχειρήσεων που αποκτούν πρόσβαση στα τραπεζικά ιδρύματα.
Όπως ανέφερε ο κ. Παπαθανάσης:
«Η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα θα συνεχίσει να στηρίζει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, με ακόμα περισσότερους πόρους που εξασφαλίστηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης και που αναμένεται να κινητοποιήσουν δάνεια ύψους 5 δισ. ευρώ, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην αντιμετώπιση μεγάλων σύγχρονων ζητημάτων, όπως το Στεγαστικό. Η πρόκληση της επόμενης τετραετίας είναι η περαιτέρω αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και η βελτίωση της καθημερινότητας των συμπολιτών μας. Και σε αυτή την κατεύθυνση, επιταχύνουμε το έργο και τις μεταρρυθμίσεις, με στόχο τη δημιουργία της Ελλάδας του 2030».
Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΑΤ, Ισμήνη Παπακυρίλλου, δήλωσε ότι η μελέτη του ΙΟΒΕ καταγράφει την αναπτυξιακή στόχευση των δράσεων της Τράπεζας, σημειώνοντας ότι οι δημόσιοι πόροι που χρησιμοποιούνται στα χρηματοδοτικά εργαλεία μοχλεύουν ιδιωτικά κεφάλαια, επιστρέφουν και επαναχρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία.
Όπως ανέφερε, το οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα αφορά κυρίως τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που διατήρησαν τη δραστηριότητά τους, πραγματοποίησαν επενδύσεις και στήριξαν θέσεις εργασίας σε ολόκληρη τη χώρα.
Η μελέτη, που εκπονήθηκε από το ΙΟΒΕ με το υπόδειγμα εισροών-εκροών (Leontief), αποτιμά τη σωρευτική επίδραση στην ελληνική οικονομία των προγραμμάτων της ΕΑΤ προς επιχειρήσεις, συνολικής αξίας δανείων 11,5 δισ. ευρώ, σε τρία βασικά πεδία:
Το βασικό εύρημα είναι ότι για κάθε 1 ευρώ πόρων που δεσμεύεται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ παράγονται:
Παράλληλα, σε κάθε 1 εκατ. ευρώ δεσμευμένων πόρων αντιστοιχούν 110 ετήσιες θέσεις εργασίας.
Σωρευτικά, την περίοδο 2019-2025, τα προγράμματα της ΕΑΤ και οι συνολικές επενδύσεις των ωφελούμενων επιχειρήσεων συνέβαλαν σε:
Η επίδραση προέρχεται κυρίως από τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, καθώς το 78% των δανείων κατευθύνθηκε σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το 56% της επίδρασης στο ΑΕΠ και το 60% της επίδρασης στην απασχόληση προέρχονται από πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, περίπου το 1/3 της επίδρασης στην απασχόληση προέρχεται αποκλειστικά από πολύ μικρές επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών έως 2 εκατ. ευρώ.
Σε επίπεδο κλάδων, το 74% των δανείων, συνολικού ύψους 8,6 δισ. ευρώ, κατευθύνθηκε στο εμπόριο, τη μεταποίηση και τον κλάδο καταλυμάτων και εστίασης.
Γεωγραφικά, το 61% της επίδρασης στο ΑΕΠ προέρχεται από ωφελούμενους στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, ενώ υψηλότερες πολλαπλασιαστικές επιδράσεις καταγράφηκαν σε περιοχές όπως το Νότιο Αιγαίο, τα Ιόνια Νησιά και η Κρήτη.
Η ισχυρότερη ετήσια επίδραση καταγράφηκε το 2020, λόγω των χρηματοδοτικών εργαλείων αντιμετώπισης της πανδημίας.
Για το 2025, η επίδραση των εκταμιεύσεων στην απασχόληση εκτιμάται σε 23.500 ετήσιες θέσεις πλήρους απασχόλησης, τη μεγαλύτερη επίδοση της τελευταίας τετραετίας.
Στο πεδίο της πράσινης μετάβασης, οι χρηματοδοτήσεις της ΕΑΤ εμφανίζουν χαμηλότερη σταθμισμένη μέση ένταση άνθρακα, βάσει του δείκτη WACI, σε σχέση με το υπόλοιπο τραπεζικό σύστημα.
Συγκεκριμένα, ο δείκτης διαμορφώθηκε σε 0,36 για την ΕΑΤ έναντι 0,68 για το υπόλοιπο τραπεζικό σύστημα το 2024.
Παράλληλα, πάνω από τα 3/4 των επιχειρηματικών δανείων δόθηκαν σε κλάδους με υψηλή σημασία για την πράσινη μετάβαση.
Στις περιοχές απολιγνιτοποίησης, Κοζάνη και Αρκαδία, το μερίδιο συμμετοχής της ΕΑΤ είναι σήμερα υψηλότερο σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.
Στην αγορά πιστώσεων, η δραστηριότητα της ΕΑΤ συνεισέφερε στην πιστωτική ανάκαμψη της περιόδου 2020-2025, κυρίως σε κλάδους με υψηλή συμμετοχή της.
Στο εμπόριο, το μερίδιο της ΕΑΤ στις συνολικές εκταμιεύσεις δανείων προς επιχειρήσεις έφτασε το 38%.
Κατά μέσο όρο, σε κάθε 100 ευρώ νέων πιστώσεων την περίοδο 2020-2025, τα 21 ευρώ δόθηκαν με συμμετοχή της ΕΑΤ.
Η υψηλότερη συμμετοχή της Τράπεζας συνδέεται επίσης, σύμφωνα με τη μελέτη, με χαμηλότερα ποσοστά εξόδου επιχειρήσεων κατά την πανδημία.
Ειδικότερα, αύξηση της συμμετοχής της ΕΑΤ κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες συνδέεται με μείωση του ποσοστού εξόδου κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, επισήμανε ότι η ανάλυση αποτυπώνει τόσο την επίδραση της ΕΑΤ στην οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση όσο και τη συμβολή της στην πιστωτική ανάκαμψη και την πράσινη μετάβαση.
Όπως σημείωσε:
«Για κάθε 1 ευρώ που δεσμεύει η ΕΑΤ, οι συνολικές επενδύσεις δημιουργούν 3,58 ευρώ ΑΕΠ, 2,10 ευρώ εισόδημα εργαζομένων και 1,43 ευρώ δημόσια έσοδα. Η σωρευτική επίδραση εκτιμάται σε 12,5 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ και σε 383.600 ετήσιες θέσεις εργασίας, με το 56% της επίδρασης στο ΑΕΠ να προέρχεται από πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις».
Όπως πρόσθεσε, η δραστηριότητα της ΕΑΤ συνέβαλε κατά την περίοδο των διαδοχικών κρίσεων στην ανθεκτικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ επόμενη πρόκληση αποτελεί η ενίσχυση της χρηματοδότησης ενός επιχειρηματικού μοντέλου με έμφαση στην καινοτομία και την εξωστρέφεια.
Η χρησιμότητα των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΑΤ βασίζεται στον πολλαπλασιασμό και την ανακύκλωση των πόρων.
Σε αντίθεση με τις επιχορηγήσεις, οι πόροι δεν δαπανώνται εφάπαξ, αλλά μοχλεύονται με κεφάλαια των τραπεζών και, καθώς τα δάνεια αποπληρώνονται και οι εγγυήσεις αποδεσμεύονται, οι επιστροφές από προηγούμενα εργαλεία διοχετεύονται σε νέα προγράμματα χρηματοδότησης επιχειρήσεων.
Από το 2019 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου 2026, η ΕΑΤ ενέκρινε χρηματοδοτήσεις 15,57 δισ. ευρώ προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά μέσω 89.214 δανείων.
Από αυτά, τα 61.596 επιχειρηματικά δάνεια, συνολικού ύψους 12,99 δισ. ευρώ, κατευθύνθηκαν σε 46.025 επιχειρήσεις.
Από τις επιχειρήσεις αυτές:
Μετά την πανδημία, η ΕΑΤ διεύρυνε τα χρηματοδοτικά της εργαλεία, μεταξύ άλλων με τα ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, Μικροπιστώσεις, Ταμεία Εγγυοδοσίας Καινοτομίας και ΕΑΤ-ΤΜΕΔΕ, Ταμείο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης και Ταμείο Αγροτικής Επιχειρηματικότητας.
Παράλληλα, εισήλθε στη στεγαστική πολιτική μέσω των προγραμμάτων «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», ενώ ολοκλήρωσε και το Pillar Assessment της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το επόμενο βήμα, όπως έχει εξαγγελθεί, είναι η αξιοποίηση 1,5 δισ. ευρώ νέων πόρων, οι οποίοι αναμένεται να μοχλευθούν σε χρηματοδοτήσεις συνολικού ύψους 5 δισ. ευρώ προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η ενεργοποίηση των νέων εργαλείων τοποθετείται έως τις αρχές του 2027.
Παράλληλα, προβλέπεται το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ.
Περισσότερες ειδήσεις
Reuters: ΕΕ και Βρετανία συζητούν την αποδέσμευση αποθεμάτων ντίζελ και εξετάζουν τα επόμενα βήματα