MENU

ΣτΕ και Εφορία: Πέντε χρόνια και τέλος; Τι αλλάζει πραγματικά μετά την απόφαση που «κόβει» την 20ετία

Η ΣτΕ 1246/2026 βάζει ισχυρό φρένο στους υπερβολικά μακρούς φορολογικούς ελέγχους. Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε χρέος προς την Εφορία «σβήνει» μετά από πέντε χρόνια – και αυτή ακριβώς είναι η κρίσιμη διάκριση

Μπορεί η Εφορία να εμφανιστεί σήμερα και να ζητήσει φόρους και πρόστιμα για μία υπόθεση πριν από δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια;

Η πρόσφατη απόφαση 1246/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας δίνει μία απάντηση που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες αλλά και απλούς φορολογουμένους: η φορολογική διοίκηση δεν έχει απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή της.

Και, κυρίως, δεν αρκεί η επίκληση της «φοροδιαφυγής» για να παραμένει μία φορολογική χρήση ανοιχτή επί δύο δεκαετίες. Ας ξεκαθαρίσουμε όμως εξαρχής κάτι που εύκολα χάνεται στους τίτλους της επικαιρότητας:

Το ΣτΕ δεν αποφάσισε ότι κάθε χρέος προς την Εφορία διαγράφεται μετά την πάροδο πέντε ετών. Αποφάσισε κάτι διαφορετικό – και θεσμικά ίσως σημαντικότερο.

Τι έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας

Η υπ’ αριθ. 1246/2026 απόφαση εκδόθηκε από επταμελή σύνθεση του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παλαιά πρόβλεψη του άρθρου 36 παρ. 3 του ν. 4174/2013, η οποία επέτρεπε 20ετή παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φορολογικές επιβαρύνσεις σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής, προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Παράλληλα, κρίθηκε αντίθετη στο άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και συγκεκριμένη μεταβατική ρύθμιση του ν. 4646/2019 που προέβλεπε δεκαετή παραγραφή, επειδή επιχειρούσε στην κρινόμενη περίπτωση να καταλάβει το φορολογικό έτος 2013, δηλαδή χρονική περίοδο πολύ προγενέστερη της θέσπισης της διάταξης.

Η λεπτομέρεια αυτή έχει σημασία.

Το ΣτΕ δεν είπε ότι κάθε δεκαετής προθεσμία είναι αντισυνταγματική. Είπε ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν μπορούσε να επεκτείνει εκ των υστέρων τον χρόνο μέσα στον οποίο το Δημόσιο μπορούσε να καταλογίσει φόρο για εκείνη την παλαιά χρήση. Και τα δύο ζητήματα κρίθηκε ότι είχαν ήδη αντιμετωπισθεί από προγενέστερη νομολογία και γι’ αυτό δεν παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια.

Γιατί η 20ετία θεωρήθηκε υπερβολική

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τους φορολογούμενους. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να λειτουργεί ένα σύγχρονο κράτος.

Η φορολογική διοίκηση έχει ασφαλώς την υποχρέωση να ελέγχει τη φοροδιαφυγή. Από την άλλη πλευρά, ένας πολίτης ή μία επιχείρηση πρέπει να μπορεί, μετά την πάροδο ενός εύλογου χρονικού διαστήματος, να γνωρίζει ότι μία οικονομική χρήση έχει κλείσει.

Ας το δούμε πρακτικά.

Μία μικρή επιχείρηση πραγματοποιεί συναλλαγές το 2013. Αλλάζουν οι εργαζόμενοι, οι λογιστές, τα πληροφοριακά συστήματα, ενδεχομένως ακόμη και η ίδια η εταιρική της δομή. Είναι εύλογο το 2033 να καλείται να αποδείξει με την ίδια πληρότητα τι συνέβη είκοσι χρόνια νωρίτερα;

Αυτό ακριβώς αγγίζει η αρχή της ασφάλειας δικαίου.

Ήδη από τη σημαντική Ολομ. ΣτΕ 1738/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επισημάνει ότι η διάρκεια της παραγραφής αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της φορολογικής σχέσης και πρέπει να είναι προβλέψιμη και εύλογη. Είχε μάλιστα συνδέσει την ανάγκη συντομότερων χρονικών ορίων με τις σύγχρονες ηλεκτρονικές δυνατότητες που διαθέτει πλέον η φορολογική διοίκηση.

Με απλά λόγια: όσο ισχυρότερα γίνονται τα εργαλεία του κράτους για να ελέγχει, τόσο δυσκολότερα δικαιολογείται η θέση ότι χρειάζεται είκοσι χρόνια για να το πράξει.

Άλλο ο φορολογικός έλεγχος – άλλο το ήδη βεβαιωμένο χρέος

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πρακτική διάκριση.

Εάν η Εφορία επιχειρεί σήμερα να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου για μία πολύ παλιά χρήση, τίθεται ζήτημα παραγραφής του δικαιώματος καταλογισμού. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο όταν ο φόρος έχει ήδη καταλογιστεί και έχει δημιουργηθεί νόμιμος εκτελεστός τίτλος.

Η είσπραξη μιας ήδη βεβαιωμένης φορολογικής οφειλής ακολουθεί διαφορετικούς κανόνες. Ο σημερινός Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας ρυθμίζει χωριστά την παραγραφή του δικαιώματος έκδοσης πράξης προσδιορισμού φόρου στο άρθρο 37 και την παραγραφή είσπραξης στο άρθρο 50, όπου προβλέπονται επίσης ειδικοί λόγοι διακοπής και αναστολής.

Άρα:

«Έχουν περάσει πέντε χρόνια» δεν σημαίνει αυτομάτως «δεν χρωστάω πλέον».

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο σημείο στο οποίο ένας εντυπωσιακός τίτλος μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπέρασμα.

Άρα όλα παραγράφονται πλέον στην πενταετία;

Όχι.

Και εδώ η υπόθεση γίνεται περισσότερο ενδιαφέρουσα.

Ο σημερινός Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας θέτει πράγματι ως βασικό κανόνα την πενταετία: η Φορολογική Διοίκηση μπορεί κατά κανόνα να κοινοποιήσει πράξη προσδιορισμού φόρου μέσα σε πέντε χρόνια από το τέλος του έτους στο οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής της σχετικής δήλωσης.

Υπάρχουν όμως εξαιρέσεις.

Το ισχύον άρθρο 37 προβλέπει, μεταξύ άλλων, δυνατότητα δεκαετούς χρονικού ορίζοντα όταν δεν έχει υποβληθεί φορολογική δήλωση ή όταν, μετά την πενταετία, εμφανιστούν πραγματικά νέα στοιχεία ή πληροφορίες τα οποία δεν μπορούσαν να είναι γνωστά στη φορολογική διοίκηση μέσα στην αρχική πενταετία.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης.

Δεν μπορεί το Δημόσιο να αφήνει έναν έλεγχο ανενεργό και, δέκα χρόνια αργότερα, να χαρακτηρίζει ως «νέο» ένα στοιχείο που είχε ή μπορούσε κανονικά να έχει εντοπίσει εγκαίρως.

Αυτό είχε αποσαφηνιστεί ήδη με τη ΣτΕ 2934/2017, όπου κρίθηκε ότι οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην Ελλάδα δεν μπορούσαν απλώς να βαφτιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» ώστε να μετατρέπεται στην πράξη η πενταετής παραγραφή σε δεκαετή.

Η άλλη πρόσφατη απόφαση που δείχνει γιατί χρειάζεται προσοχή

Υπάρχει μάλιστα μία ενδιαφέρουσα σύμπτωση.

Λίγες ημέρες πριν από τη δημοσιοποίηση της ΣτΕ 1246/2026, είχε δημοσιευθεί η ΣτΕ 363/2026.

Εκεί το Δικαστήριο αντιμετώπισε υπόθεση εικονικών φορολογικών στοιχείων και δέχθηκε τη δυνατότητα δεκαετούς παραγραφής, καθώς κρίθηκε ότι συγκεκριμένα πορίσματα ελέγχου για τον εκδότη των τιμολογίων, τα οποία περιήλθαν αργότερα στην αρμόδια ΔΟΥ του λήπτη, μπορούσαν να λειτουργήσουν ως συμπληρωματικά στοιχεία. Αυτό είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη ότι η πενταετία είναι ο κανόνας, όχι όμως μία μηχανική απάντηση για κάθε υπόθεση.

Τι σημαίνει πρακτικά για επιχειρήσεις και φορολογουμένους

Η νέα απόφαση αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον όταν υπάρχει παλαιός φορολογικός έλεγχος ή καταλογιστική πράξη που εκδόθηκε πολλά χρόνια μετά τη συγκεκριμένη χρήση.

Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αρκεί να κοιτάξει κανείς απλώς την ημερομηνία.

Πρέπει να εξεταστεί ποια χρήση αφορά ο έλεγχος, πότε έπρεπε να υποβληθεί η δήλωση, πότε εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε η καταλογιστική πράξη, ποια διάταξη επικαλέστηκε η Διοίκηση για να επεκτείνει την παραγραφή και, κυρίως, εάν πράγματι υπήρχαν νέα στοιχεία που δικαιολογούσαν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Για παράδειγμα, ένας ελεύθερος επαγγελματίας που ελέγχεται σήμερα για μία πολύ παλιά χρήση δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένο ότι η απλή αναφορά της φορολογικής αρχής σε «φοροδιαφυγή» αρκεί για να δικαιολογήσει έναν εικοσαετή έλεγχο.

Αντίστροφα, μια επιχείρηση που δεν υπέβαλε καθόλου δήλωση ή για την οποία προέκυψαν πραγματικά νέα και μη διαθέσιμα προηγουμένως στοιχεία δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η υπόθεσή της κλείνει αυτομάτως στην πενταετία.

Και μία εταιρεία στην οποία ο φόρος είχε ήδη καταλογιστεί εγκαίρως δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη ΣτΕ 1246/2026 σαν μία γενική απόφαση «διαγραφής» της ήδη βεβαιωμένης οφειλής.

Το πραγματικό μήνυμα της απόφασης

Η ΣτΕ 1246/2026 δεν ανοίγει έναν δρόμο ατιμωρησίας για τη φοροδιαφυγή.

Βάζει όμως ένα όριο σε μία διαφορετική αντίληψη: ότι απέναντι στη φοροδιαφυγή οποιαδήποτε χρονική διάρκεια ελέγχου είναι θεμιτή.

Η φορολογική διοίκηση έχει σήμερα περισσότερες πληροφορίες, περισσότερες ηλεκτρονικές διασταυρώσεις και ισχυρότερα εργαλεία από ποτέ. Μαζί με αυτά τα εργαλεία έρχεται όμως και η υποχρέωση να τα χρησιμοποιεί εγκαίρως.

Γιατί σε ένα κράτος δικαίου δεν έχει σημασία μόνο να πληρώνει ο πολίτης ό,τι πραγματικά οφείλει.

Έχει σημασία και να γνωρίζει πότε μία φορολογική υπόθεση έχει πράγματι τελειώσει.

Η φοροδιαφυγή πρέπει να ελέγχεται. Ο φορολογικός έλεγχος, όμως, δεν μπορεί να είναι ισόβιος.

Περισσότερες ειδήσεις

Η AI «φουσκώνει» την αγορά των data centers – Πάνω από 1 τρισ. δολάρια οι επενδύσεις έως το 2027

Σαρακήνικο: Η προσγείωση ενός ελικοπτέρου και το όριο ανάμεσα στην πτήση, το τοπίο και τον νόμο

Αιολικά και πυρκαγιές: Η συζήτηση πρέπει να φύγει από τους μύθους και να πάει στις υποδομές

Σχετικά Άρθρα