Με «σπασμένα φρένα» συνεχίζει η επέλαση της ακρίβειας στην Ελλάδα, ασκώντας διαρκή πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και αλλάζοντας όχι μόνο το πόσα ξοδεύουν οι καταναλωτές, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούν τις αγορές τους.
Η αναζήτηση χαμηλότερων τιμών, η σύγκριση προσφορών και η στροφή στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αποτελούν πλέον βασικά χαρακτηριστικά της καταναλωτικής συμπεριφοράς, την ώρα που το διαδίκτυο και οι ψηφιακές εφαρμογές αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο.
Ενδεικτικό της οικονομικής πίεσης είναι ότι το 74% των καταναλωτών διαχειρίζεται τα οικονομικά του με δυσκολία ή ιδιαίτερη προσοχή, ενώ η μέση μηνιαία δαπάνη για αγορές από το σούπερ μάρκετ διαμορφώνεται στα 347 ευρώ.
Η εικόνα αυτή προκύπτει από δύο έρευνες της Circana και της Brands Mirror, που παρουσιάστηκαν σήμερα (20/10) στην εκδήλωση ECR GATHERING 2026 – Decoding Shopper Behavior Together, στον πολυχώρο ΔΑΪΣ, αποτυπώνοντας τόσο την επίδραση της ακρίβειας όσο και τις νέες συνήθειες των καταναλωτών στα φυσικά και ηλεκτρονικά καταστήματα.
Σύμφωνα με την έρευνα της Circana, με τίτλο «Κατανάλωση σε Μετάβαση: Οι Δυνάμεις που Διαμορφώνουν το Αύριο της Αγοράς», ο μέσος δείκτης οικονομικής ασφάλειας των καταναλωτών βρίσκεται μόλις στο 3,89 με άριστα το 10, ενώ το 57% προβληματίζεται από τη σχέση μεταξύ αμοιβών και κόστους ζωής.
Η στεγαστική δαπάνη αποτελεί μία ακόμη σημαντική πηγή πίεσης, οδηγώντας αρκετούς καταναλωτές στον περιορισμό μη βασικών εξόδων, κυρίως για διασκέδαση και ένδυση.
Στις καθημερινές αγορές, η αναζήτηση της καλύτερης τιμής έχει αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι καταναλωτές συγκρίνουν προσφορές, ελέγχουν την τιμή ανά κιλό, λίτρο ή τεμάχιο και προγραμματίζουν πιο προσεκτικά τις επισκέψεις τους στα καταστήματα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το 63% αγοράζει συχνά προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αναζητώντας οικονομικότερες επιλογές, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει συνολικά τις επώνυμες μάρκες.
Παράλληλα, τα σούπερ μάρκετ συγκεντρώνουν την υψηλότερη βαθμολογία εμπιστοσύνης μεταξύ των κλάδων λιανεμπορίου που εξετάστηκαν, με 4,48 στα 7.
Παρά τους περιορισμούς, οι καταναλωτές προσπαθούν να διατηρήσουν ορισμένες δραστηριότητες αναψυχής. Το 60% δηλώνει ότι σχεδιάζει διακοπές μέσα στο 2026, ενώ η έρευνα καταγράφει κατά μέσο όρο 4,3 γεύματα εκτός σπιτιού και 2,6 επισκέψεις σε καταστήματα τροφίμων εβδομαδιαίως.
Στο μεταξύ, μεγαλύτερη σημασία αποκτούν και οι μετρήσιμες δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, με τους καταναλωτές να ξεχωρίζουν τη μείωση των πλαστικών, την ανακύκλωση και τον περιορισμό της σπατάλης τροφίμων.
Η δεύτερη έρευνα, της Brands Mirror, με τίτλο «Omni Channel Shopper Journey Research: Η Νέα Αγοραστική Διαδρομή στην Εποχή του Phygital», καταγράφει τη συνύπαρξη των φυσικών καταστημάτων με τις ηλεκτρονικές αγορές.
Ειδικότερα:
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 86,2% έχει μετακινηθεί από το ένα κανάλι στο άλλο κατά τη διάρκεια της ίδιας αγοραστικής διαδικασίας.
Στην πράξη, ένας καταναλωτής μπορεί να αναζητήσει ένα προϊόν στο διαδίκτυο, να συγκρίνει τιμές και τελικά να το αγοράσει από φυσικό κατάστημα. Μπορεί επίσης να το εξετάσει πρώτα από κοντά και να ολοκληρώσει την αγορά ηλεκτρονικά.
Ωστόσο, δεν απαιτεί κάθε αγορά την ίδια προετοιμασία. Το 33,7% πραγματοποίησε αγορά απευθείας σε φυσικό κατάστημα, χωρίς προηγούμενη έρευνα, ενώ το 9,2% αγόρασε απευθείας online.
Αντίθετα, το 27,7% αναζήτησε πληροφορίες και ολοκλήρωσε την αγορά αποκλειστικά μέσω διαδικτύου, ενώ το 28,3% συνδύασε φυσικό και ψηφιακό κανάλι. Κυρίαρχη υβριδική πρακτική είναι η έρευνα online και η αγορά στο φυσικό κατάστημα.
Ειδικά στα τρόφιμα, η φυσική παρουσία εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερη σημασία. Το 45% προτιμά να εξετάζει τα προϊόντα στο κατάστημα πριν αγοράσει, το 31% αναζητά πληροφορίες τόσο online όσο και offline και το 24% πραγματοποιεί την έρευνά του αποκλειστικά μέσω διαδικτύου.
Η σημασία της οικονομικής επιβάρυνσης επιβεβαιώνεται και από τα κριτήρια με τα οποία οι καταναλωτές επιλέγουν προϊόντα.
Σύμφωνα με την Brands Mirror, οι σημαντικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν μια αγορά είναι:
Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζεται και στην απόφαση επαναγοράς ενός προϊόντος. Οι τιμές και οι προσφορές συγκεντρώνουν 78%, η εξυπηρέτηση 42,3%, η ευκολία της διαδικασίας 31,7% και η ταχύτητα 21,4%.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι, πέρα από την τιμή, οι καταναλωτές δίνουν σημασία στη συνολική εξυπηρέτηση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να επιστρέψουν σε ένα κατάστημα ή να αγοράσουν ξανά το ίδιο προϊόν.
Σημαντικό εργαλείο για την εξοικονόμηση χρημάτων αποτελούν πλέον και οι εφαρμογές των αλυσίδων λιανεμπορίου.
Το 65,6% τις χρησιμοποιεί τουλάχιστον περιστασιακά, ενώ το 23,6% κάνει συχνή χρήση. Παράλληλα, το 38,2% θεωρεί ότι οι εφαρμογές το βοηθούν πολύ ή πάρα πολύ να συνδυάζει τις ηλεκτρονικές αγορές με τις επισκέψεις στα φυσικά καταστήματα.
Οι κυριότεροι λόγοι χρήσης τους είναι:
Αντίστοιχα, το 65,6% βρίσκει χρήσιμες τις προσωποποιημένες προτάσεις προϊόντων όταν προσφέρουν καλύτερη τιμή ή κουπόνι, ενώ το 23,2% τις αξιολογεί θετικά όταν βασίζονται στο ιστορικό προηγούμενων αγορών.
Στον αντίποδα, οι προτάσεις αγνοούνται όταν ο καταναλωτής αναζητά κάτι συγκεκριμένο (46,3%), όταν έχουν υπερβολικά διαφημιστικό χαρακτήρα (39,7%) ή όταν δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του (36,8%).
Η τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει να βρίσκει θέση και στις καταναλωτικές αποφάσεις, κυρίως ως εργαλείο αναζήτησης πληροφοριών και προσφορών.
Σύμφωνα με την Circana, ο δείκτης εξοικείωσης με την τεχνητή νοημοσύνη διαμορφώνεται στο 3,63/5, με τις νεότερες ηλικίες να εμφανίζονται περισσότερο εξοικειωμένες.
Ωστόσο, η έρευνα της Brands Mirror δείχνει ότι η χρήση της ως συμβούλου αγορών εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις.
Μόλις το 14% δηλώνει ότι εξυπηρετείται περισσότερο από την τεχνητή νοημοσύνη σε αυτόν τον ρόλο, ενώ το 29,9% εμφανίζεται επιφυλακτικό και το 12,2% αρνητικό. Το υπόλοιπο 43,9% τηρεί ουδέτερη στάση ή δηλώνει μερικώς ικανοποιημένο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι το 53,3% θέλει να γνωρίζει γιατί του προτείνεται ένα συγκεκριμένο προϊόν.
Ακόμη χαμηλότερη, στο 20,8%, είναι η αποδοχή της τεχνητής νοημοσύνης για την αυτόματη ή επαναλαμβανόμενη αγορά βασικών ειδών, με μέση βαθμολογία 2,44.
Η διαθεσιμότητα αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που μπορεί να αλλάξει την τελική καταναλωτική απόφαση.
Σύμφωνα με την Brands Mirror, όταν ένα προϊόν δεν είναι διαθέσιμο, στο 42,9% των περιπτώσεων χάνεται η πώληση για τη συγκεκριμένη μάρκα.
Ειδικότερα, το 28,5% επιλέγει ανταγωνιστικό προϊόν και το 14,4% στρέφεται σε διαφορετική κατηγορία προϊόντων.
Παράλληλα, στο 16,1% των περιπτώσεων η αγορά ματαιώνεται εντελώς, ενώ το 41% των καταναλωτών προτιμά να περιμένει μέχρι το προϊόν να είναι ξανά διαθέσιμο.
Τα αποτελέσματα των δύο ερευνών αποτυπώνουν μια αγορά στην οποία η τιμή παραμένει καθοριστική, χωρίς όμως να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Οι καταναλωτές συνδυάζουν περισσότερα κανάλια ενημέρωσης και αγοράς, αναζητώντας οικονομικό όφελος, ευκολία, διαθεσιμότητα και αξιόπιστη εξυπηρέτηση.
Περισσότερες ειδήσεις
Ενεργειακή ακρίβεια: «Φουσκωμένος» κατά 61,5 δισ. ευρώ ο λογαριασμός των νοικοκυριών στην ΕΕ
Ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα: Ένας στους πέντε δεν θερμαίνει επαρκώς το σπίτι του
Σούπερ μάρκετ: Τζίρος +6,4% στο εννεάμηνο, με οδηγό τους όγκους πωλήσεων