Νέα άνοδο καταγράφουν οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ξεπερνώντας τα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2022, την ώρα που τα περιορισμένα αποθέματα και οι συνεχιζόμενες διαταραχές στις διεθνείς προμήθειες εντείνουν την ανησυχία για τον ενεργειακό εφοδιασμό του χειμώνα.
Σύμφωνα με το Bloomberg, τα ολλανδικά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης TTF, που αποτελούν σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά, ενισχύθηκαν έως και 2,4%, φτάνοντας τα 90,16 ευρώ/MWh, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν τεσσάρων ετών.
Οι τιμές έχουν πλέον σχεδόν τριπλασιαστεί σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ενώ ανοδικές πιέσεις καταγράφονται και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Το γερμανικό συμβόλαιο ηλεκτρικής ενέργειας για παράδοση το επόμενο έτος έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2023.
Παρότι οι τιμές παραμένουν χαμηλότερες από τα ιστορικά υψηλά της ενεργειακής κρίσης του 2022, η νέα άνοδος αυξάνει το κόστος για νοικοκυριά και βιομηχανίες. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στην επαναφορά εκτεταμένων μέτρων στήριξης, καθώς τα δημοσιονομικά περιθώρια περιορίζονται από τις ήδη αυξημένες δαπάνες και το υψηλό κόστος δανεισμού.
Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων φυσικού αερίου, τα οποία βρίσκονται περίπου στο 75% της συνολικής χωρητικότητας, στο χαμηλότερο επίπεδο για τη συγκεκριμένη περίοδο του έτους από το 2009, όταν ξεκινούν τα διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία.
Ακόμη πιο περιορισμένα είναι τα αποθέματα στη Γερμανία, όπου οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης είναι γεμάτες λίγο πάνω από το 61%.
Η εικόνα αυτή αυξάνει την ευπάθεια της ευρωπαϊκής αγοράς απέναντι σε ενδεχόμενη παρατεταμένη περίοδο χαμηλών θερμοκρασιών, η οποία θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη κατανάλωση φυσικού αερίου για θέρμανση.
Ο σχετικά ήπιος καιρός του Οκτωβρίου έχει επιτρέψει στις ενεργειακές εταιρείες να συνεχίσουν την αναπλήρωση των αποθεμάτων με ταχύτερο από τον συνηθισμένο ρυθμό για την εποχή. Ωστόσο, η επάρκεια των διαθέσιμων ποσοτήτων θα εξαρτηθεί τόσο από τις καιρικές συνθήκες όσο και από τις εισαγωγές των επόμενων μηνών.
Σημαντικός παράγοντας πίεσης παραμένει ο αυξανόμενος ανταγωνισμός μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Οι ασιατικές τιμές LNG έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα από το 2022, περιορίζοντας τη δυνατότητα των Ευρωπαίων εισαγωγέων να εξασφαλίζουν πρόσθετες ποσότητες σε ανταγωνιστικές τιμές. Εφόσον η ζήτηση αυξηθεί κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η Ευρώπη ενδέχεται να χρειαστεί να προσφέρει υψηλότερες τιμές για να προσελκύσει τα απαραίτητα φορτία.
Την κατάσταση επιβαρύνουν οι συνεχιζόμενες διαταραχές στις εξαγωγές LNG από τον Περσικό Κόλπο, περιοχή από την οποία προερχόταν περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς το προηγούμενο έτος.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ, καθώς οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια και πλοία μεταφοράς φυσικού αερίου δυσχεραίνουν την ομαλοποίηση των διεθνών ενεργειακών μεταφορών. Παράλληλα, το Ιράν έχει διαμηνύσει ότι επιδιώκει να διατηρήσει τον έλεγχο του στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ασφαλούς διέλευσης για πλοία φιλικών χωρών.
Οι αναλυτές της Rabobank προειδοποιούν ότι μια περαιτέρω επιδείνωση της γεωπολιτικής κατάστασης θα μπορούσε να προκαλέσει νέες απότομες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας βραχυπρόθεσμα.
Παράλληλα, μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών φυσικού αερίου ενδέχεται να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του κόστους απευθείας σε καταναλωτές και επιχειρήσεις, ιδιαίτερα εάν δεν εφαρμοστούν νέα μέτρα στήριξης.
Με τον χειμώνα να πλησιάζει, η εξέλιξη των τιμών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις θερμοκρασίες, την πορεία των ευρωπαϊκών αποθεμάτων και τη δυνατότητα αποκατάστασης των διεθνών ροών LNG.