Η συζήτηση για το μέλλον της Βρετανίας μετά το Brexit επιστρέφει δυναμικά στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, καθώς Γαλλία και Ισπανία δηλώνουν ανοιχτά ότι θα έβλεπαν θετικά μια πιθανή επιστροφή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι τοποθετήσεις ήρθαν μετά τη δήλωση του Βρετανού πρωθυπουργού Andy Burnham ότι η κυβέρνησή του είναι διατεθειμένη να εξετάσει «όλες τις επιλογές» για τη μελλοντική σχέση της χώρας με την ΕΕ, από τη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος έως την τελωνειακή ένωση, την ενιαία αγορά ή ακόμη και την πλήρη επανένταξη στην Ένωση.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Independent, ο Γάλλος πρόεδρος Emmanuel Macron χαρακτήρισε μια ενδεχόμενη επιστροφή της Βρετανίας «εξαιρετική είδηση» και «καλή απόφαση», ενώ ο Ισπανός πρωθυπουργός Pedro Sanchez δήλωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα γινόταν δεκτό «με ανοιχτές αγκάλες».

Ο Andy Burnham δήλωσε στο BBC ότι θέλει να εξεταστούν τα «υπέρ και τα κατά» όλων των διαθέσιμων επιλογών για τη μελλοντική σχέση Λονδίνου–Βρυξελλών.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η παραμονή στο σημερινό μοντέλο, η συμμετοχή σε τελωνειακή ένωση, μια στενότερη σχέση με την ενιαία αγορά αλλά και, όπως ανέφερε, το ενδεχόμενο να πάει η χώρα «μέχρι τέλους», δηλαδή να επιδιώξει ξανά πλήρη ένταξη στην ΕΕ.
Η τοποθέτηση αυτή σηματοδοτεί ουσιαστική μετατόπιση σε σχέση με το πρόγραμμα των Εργατικών στις εκλογές του 2024, το οποίο απέκλειε ρητά την επιστροφή στην ενιαία αγορά, στην τελωνειακή ένωση και στην ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων.
Ο Burnham έχει συνδέσει τη νέα συζήτηση και με τις οικονομικές επιπτώσεις του Brexit, υποστηρίζοντας ότι η αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ προκάλεσε μεγαλύτερη ζημιά από όφελος. Η κυβέρνησή του αναμένεται να παρουσιάσει αναλυτικότερα τις διαθέσιμες επιλογές γύρω από την επόμενη σύνοδο Βρετανίας–ΕΕ.
Το ανεξάρτητο Office for Budget Responsibility (OBR) εξακολουθεί, με βάση τις παραδοχές της πρόβλεψης του Μαρτίου 2026, να εκτιμά ότι η μετα-Brexit εμπορική σχέση με την ΕΕ θα μειώσει μακροπρόθεσμα την παραγωγικότητα της βρετανικής οικονομίας κατά περίπου 4% σε σύγκριση με ένα σενάριο παραμονής στην Ένωση. Βασικός λόγος είναι οι πρόσθετοι μη δασμολογικοί φραγμοί στις εμπορικές συναλλαγές Βρετανίας–ΕΕ.
Το OBR έχει επίσης εκτιμήσει ότι οι βρετανικές εισαγωγές και εξαγωγές θα είναι μακροπρόθεσμα περίπου 15% χαμηλότερες από ό,τι θα ήταν εάν η χώρα είχε παραμείνει στην ΕΕ. Πρόκειται για εκτίμηση σε σχέση με ένα υποθετικό σενάριο παραμονής και όχι για πρόβλεψη αντίστοιχης απόλυτης πτώσης του σημερινού εμπορίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρώην υπουργός Οικονομικών George Osborne έχει ταχθεί υπέρ της επανένταξης της Βρετανίας στην τελωνειακή ένωση, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να μειώσει μέρος των εμπορικών πιέσεων που αντιμετωπίζει η βρετανική οικονομία.
Παρά το θετικό μήνυμα από Παρίσι και Μαδρίτη, ο Emmanuel Macron έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι ενδεχόμενη επιστροφή δεν θα μπορούσε να γίνει με επιλογή μόνο των κανόνων που εξυπηρετούν τη Βρετανία.
Ο Γάλλος πρόεδρος τόνισε ότι ένα κράτος δεν μπορεί να επιλέγει κατά βούληση ποιες από τις ελευθερίες και υποχρεώσεις της Ένωσης θα εφαρμόζει, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια νέα αίτηση ένταξης θα γινόταν με βάση το σημερινό ευρωπαϊκό κεκτημένο και θα αποτελούσε αντικείμενο νέας διαπραγμάτευσης.
Αυτό είναι κρίσιμο, καθώς πριν από το Brexit η Βρετανία διέθετε σειρά ειδικών εξαιρέσεων που δεν θεωρείται δεδομένο ότι θα μπορούσαν να επανέλθουν.
Μία από τις σημαντικότερες διαφορές αφορά το ευρώ.
Οι σημερινοί κανόνες προβλέπουν ότι όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, με μοναδική εξαίρεση τη Δανία που διαθέτει ειδικό opt-out, έχουν κατ’ αρχήν υποχρέωση να υιοθετήσουν το κοινό νόμισμα όταν πληρούν τα σχετικά κριτήρια σύγκλισης. Δεν υπάρχει πάντως προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα για την υιοθέτησή του.
Επομένως, εάν το Ηνωμένο Βασίλειο επέστρεφε χωρίς να εξασφαλίσει νέα ειδική εξαίρεση, δεν θα διέθετε αυτομάτως το παλιό δικαίωμα μόνιμης παραμονής εκτός ευρώ.
Αντίστοιχα, τα νέα κράτη-μέλη είναι υποχρεωμένα να ευθυγραμμίζονται με το κεκτημένο Schengen, αν και η πλήρης κατάργηση των εσωτερικών συνοριακών ελέγχων μπορεί να πραγματοποιείται αργότερα, μετά την ολοκλήρωση των απαιτούμενων αξιολογήσεων. Η Ιρλανδία διατηρεί ειδική εξαίρεση από το καθεστώς.
Υπό διαπραγμάτευση θα ήταν επίσης οποιαδήποτε δημοσιονομική μεταχείριση. Η Βρετανία είχε στο παρελθόν το περίφημο budget rebate, τον μηχανισμό που είχε διαπραγματευθεί η Margaret Thatcher το 1984 και περιόριζε σημαντικά την καθαρή βρετανική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Η παλιά αυτή ρύθμιση έπαψε να ισχύει μετά την αποχώρηση της χώρας και μια νέα ένταξη θα απαιτούσε νέα συμφωνία με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη.
Πριν φτάσει πάντως οποιαδήποτε συζήτηση σε πλήρη επανένταξη, το Λονδίνο έχει αρκετές ενδιάμεσες επιλογές.
Μια τελωνειακή ένωση θα μπορούσε να μειώσει ορισμένους εμπορικούς φραγμούς και διαδικασίες στα σύνορα, χωρίς η Βρετανία να γίνει ξανά πλήρες μέλος της ΕΕ. Μια στενότερη σύνδεση με την ενιαία αγορά θα ήταν βαθύτερη οικονομικά, αλλά θα συνεπαγόταν μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Η πλήρης επιστροφή θα ήταν πολύ πιο σύνθετη διαδικασία, καθώς θα απαιτούσε νέα αίτηση ένταξης και συμφωνία με τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Προς το παρόν δεν υπάρχει επίσημη βρετανική αίτηση επανένταξης. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι η επιλογή, η οποία για χρόνια βρισκόταν εκτός της επίσημης κυβερνητικής συζήτησης, βρίσκεται πλέον ανοιχτά ανάμεσα στα σενάρια που εξετάζει το Λονδίνο.
Περισσότερες ειδήσεις
Νότια Κορέα: Μειώνει στο 50% την εξάρτηση από πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής έως το 2035
Σαουδική Αραβία: Επανεκκινεί ο αγωγός Ανατολής–Δύσης μετά την επίθεση με drones