Του Χρήστου Ιωάννου
Υπάρχει κάτι βαθιά νοσηρό στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένα μέρος του ελληνικού δημόσιου βίου. Κάθε φορά που αποκαλύπτεται μια υπόθεση με οσμή διαπλοκής, κάθε φορά που τίθενται ερωτήματα για τις σχέσεις επιχειρηματικής ισχύος και πολιτικής εξουσίας, εμφανίζονται σχεδόν αυτομάτως οι πρόθυμοι υπερασπιστές. Όχι για να αναζητήσουν την αλήθεια, αλλά για να αμφισβητήσουν εκείνους που τη διερευνούν. Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ και των σχέσεων που είχε αναπτύξει με υποστηρικτές του Τραμπ στις ΗΠΑ, με εταιρείες των ΗΠΑ (Venture Global) και με τους τους εγχώριους επιχειρηματίες Αλέξανδρο Εξάρχου, Νικόλα Τσάκο και τον λομπίστα Χρήστος Μαραφάτσο αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της παθογένειας. Αυτό βέβαια που ακολούθησε ήταν συντριπτικό. Την ώρα, που στην Ελλάδα κάποιοι παρουσίαζαν τις αποκαλύψεις ως «εργολαβία» κατά της Αμερικανίδας πρέσβεως, ο ίδιος ο Λευκός Οίκος ζητούσε την παραίτησή της.
Υπάρχουν καταγεγραμμένες απόψεις, που οι αποκαλύψεις της Wall Street Journal, που ξεκίνησε τα ρεπορτάζ και ακολούθησαν δεκάδες άλλα, παρουσιάζονται ως υποκινούμενη επιχείρηση κατά της Γκιλφόιλ και του ομίλου Aktor. Δεν περιορίζονται στην υπεράσπιση του ενεργειακού σχεδιασμού. Προχωρούν πολύ περισσότερο. Ότι όσοι αναδεικνύουν τις καταγγελίες εξυπηρετούν, περίπου συνειδητά, τα συμφέροντα της Τουρκίας και υπονομεύουν τις εθνικές επιδιώξεις. Πρόκειται για μια παλιά και δοκιμασμένη μέθοδο. Oταν δεν μπορείς να εξουδετερώσεις τα ερωτήματα, επιχειρείς να στιγματίσεις εκείνον που τα θέτει. Δεν συζητάς αν υπήρξαν δώρα, ταξίδια, προνομιακή μεταχείριση ή σύγκρουση συμφερόντων. Συζητάς αν ο δημοσιογράφος είναι αρκετά πατριώτης.
Δεν εξετάζεις αν μια πρέσβης χρησιμοποίησε τη διπλωματική της ιδιότητα προς όφελος συγκεκριμένων ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων ή εάν έλαβε δώρα. Καταγγέλλεις εκείνους που ερευνούν τις σχέσεις αυτές ως εχθρούς μιας μεγάλης εθνικής προσπάθειας.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο FinancialReport.gr
Περισσότερες ειδήσεις
Wall Street Journal: Η υπόθεση της κατασκευαστικής εταιρείας που «έκαψε» τη Guilfoyle