Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο γερασμένα και ενεργειακά προβληματικά κτιριακά αποθέματα στην Ευρώπη. Χιλιάδες κατοικίες κατατάσσονται στις χαμηλότερες ενεργειακές κατηγορίες, με ανεπαρκή μόνωση, παλαιά κουφώματα και υψηλό κόστος θέρμανσης και ψύξης, γεγονός που την τοποθετεί σταθερά στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ στους δείκτες ενεργειακής άνεσης και ενεργειακής φτώχειας. Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, η χώρα καλείται μέσα στα επόμενα χρόνια να υλοποιήσει μια ριζική αναδιάρθρωση της κατοικίας, καθώς έως τον Μάιο του 2026 πρέπει να ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο τη νέα Ευρωπαϊκή Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (EPBD – 2024/1275).
Η Οδηγία, η οποία βρίσκεται υπό επεξεργασία στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αναμένεται να προβλέπει υποχρεωτική ενεργειακή αναβάθμιση κατά 2 έως 3 κατηγορίες για τα παλαιά κτίρια και διαμερίσματα, με χρονικό ορίζοντα έως το 2030. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αλλάζει εκ θεμελίων τους όρους λειτουργίας της κτηματαγοράς και δημιουργεί τόσο μεγάλες ευκαιρίες όσο και σοβαρούς κινδύνους.
Το βασικό ζητούμενο που αναδείχθηκε από ειδικούς και φορείς είναι ότι χωρίς ισχυρά, στοχευμένα και κοινωνικά δίκαια κίνητρα, χιλιάδες κατοικίες χαμηλής ενεργειακής απόδοσης κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός κτηματαγοράς. Πρόκειται κυρίως για παλαιά διαμερίσματα, συχνά σε πυκνοδομημένες και οικονομικά ασθενέστερες περιοχές, τα οποία σήμερα στεγάζουν νοικοκυριά σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας ή ενοικιάζονται με χαμηλά μισθώματα.
Το πρόβλημα είναι διπλό, αφενός οι ιδιοκτήτες αυτών των ακινήτων δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσουν σε εκτεταμένες ενεργειακές ανακαινίσεις, αφετέρου το εισόδημα από τα ενοίκια δεν επαρκεί για να αποσβεστεί μια τέτοια επένδυση. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική στήριξη, τα ακίνητα αυτά κινδυνεύουν είτε να παραμείνουν κλειστά είτε να καταστούν μη επιλέξιμα για μίσθωση, με αποτέλεσμα νέα πίεση στη στεγαστική αγορά μέσα στην επόμενη πενταετία.
Η νέα ευρωπαϊκή πολιτική για τα κτίρια θέτει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Για τις κατοικίες προβλέπεται μείωση της χρήσης πρωτογενούς ενέργειας κατά 16% έως το 2030 και κατά 20% – 22% έως το 2035, με έμφαση στην ανακαίνιση του 43% των κτιρίων με τις χειρότερες επιδόσεις. Παράλληλα, εισάγονται αυστηρές απαιτήσεις για τα νέα κτίρια, τα οποία θα πρέπει να έχουν μηδενικές εκπομπές από ορυκτά καύσιμα από το 2028 για τα δημόσια και από το 2030 για όλα τα υπόλοιπα, ενώ ενισχύεται η υποχρεωτική αξιοποίηση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Κεντρικό εργαλείο εφαρμογής του νέου πλαισίου αποτελεί το Ευρωπαϊκό Διαβατήριο Ανακαίνισης Κτιρίων, το οποίο θα αποτυπώνει έναν οδικό χάρτη παρεμβάσεων για κάθε ακίνητο, από απλές και χαμηλού κόστους παρεμβάσεις έως πιο σύνθετες ανακαινίσεις. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον ρόλο των ΟΤΑ και των Ενεργειακών Κοινοτήτων, ειδικά για τη στήριξη φτωχών και ευάλωτων νοικοκυριών.
Η ενεργειακή φτώχεια αναδεικνύεται ως ένα από τα πιο κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα της επόμενης δεκαετίας. Δεν αφορά μόνο την κακή ποιότητα των κτιρίων, αλλά συνδέεται άμεσα με χαμηλά εισοδήματα, υψηλές τιμές ενέργειας και τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, που αυξάνει τις ανάγκες για δροσισμό το καλοκαίρι και θέρμανση τον χειμώνα. Η εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών για τα κτίρια (ΣΕΔΕ2) από το 2028 αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος ενέργειας.
Παρά τις παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει ποσοστά ενεργειακής φτώχειας υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ τα μέτρα στήριξης κρίνονται συχνά αποσπασματικά και προσανατολισμένα στην επιδότηση της κατανάλωσης, αντί στη μόνιμη βελτίωση των κατοικιών. Τα διαθέσιμα κονδύλια του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου θεωρούνται ανεπαρκή σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες που εκτιμώνται για την επόμενη δεκαετία.
Στο πεδίο της πολιτικής, η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει με ένα πλέγμα παρεμβάσεων που συνδέουν τη φορολογία, την ανακαίνιση και την αύξηση του αποθέματος κατοικιών. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ, η ευνοϊκότερη φορολόγηση των εισοδημάτων από ενοίκια, η επέκταση των κινήτρων για την αξιοποίηση κλειστών ακινήτων και η προώθηση προγραμμάτων ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης με υψηλά ποσοστά επιδότησης.
Παράλληλα, προωθούνται θεσμικές αλλαγές για τη μετατροπή ακινήτων παρωχημένων χρήσεων σε κατοικίες, η ψηφιοποίηση της πολεοδομίας και η δημιουργία ενός ενιαίου μητρώου ιδιοκτησίας, με στόχο τη διαφάνεια και τον καλύτερο σχεδιασμό πολιτικών στέγασης. Το στοίχημα είναι τα μέτρα αυτά να λειτουργήσουν συνδυαστικά και όχι αποσπασματικά, ώστε να μην προκύψει νέο κύμα αποκλεισμού κατοικιών.
Περισσότερες ειδήσεις
Μείωση ενοικίου: Πώς να διαπραγματευτείς καλύτερη τιμή
Δ. Μιχαηλίδου: Με τουλάχιστον 10 ακίνητα του Δημοσίου ξεκινά το πρόγραμμα κοινωνικής αντιπαροχής