MENU

Οι δήμοι επιστρέφουν στο ΣτΕ με νέα προσφυγή για τα μπόνους δόμησης του ΝΟΚ

Με μπροστάρηδες τους δήμους Αλίμου, Φιλοθέης – Ψυχικού, Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης και Κηφισιάς, υποστηρίζουν πως παρά τις πρόσφατες ρυθμίσεις του ΥΠΕΝ, το ισχύον πλαίσιο εξακολουθεί να παράγει σοβαρά νομικά, πολεοδομικά και λειτουργικά προβλήματα

Με το επιχείρημα ότι υπερασπίζονται τόσο τη συνταγματική τάξη όσο και την ποιότητα ζωής στις πόλεις, οι δήμοι επιστρέφουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ανοίγοντας νέο κύκλο αντιπαράθεσης για τα μπόνους δόμησης του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ). Η νέα προσφυγή, η οποία, βάσει προθεσμιών, αναμένεται να κατατεθεί έως τις 10 Ιανουαρίου 2026, στοχεύει στην ουσιαστική ακύρωση της φιλοσοφίας των κινήτρων που αυξάνουν την οικοδομική εκμετάλλευση.

Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, παρά τη «μεγάλη» απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ για τον ΝΟΚ και το πρόσφατο Προεδρικό Διάταγμα του ΥΠΕΝ για το περιβαλλοντικό ισοδύναμο και την έναρξη οικοδομικών εργασιών, το ισχύον πλαίσιο εξακολουθεί να παράγει σοβαρά νομικά, πολεοδομικά και λειτουργικά προβλήματα. Στην πρώτη γραμμή της προσφυγής βρίσκονται οι δήμοι Αλίμου, Φιλοθέης – Ψυχικού, Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης και Κηφισιάς, με τη στήριξη συνολικά 15 δήμων, οι οποίοι συγκροτούν ένα ευρύ αυτοδιοικητικό μέτωπο. Παράλληλα, αναμένεται να παρέμβει υπέρ τους και η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας.

«Κόκκινη γραμμή» από τους δήμους

Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας βρίσκεται η θέση ότι τα μπόνους του ΝΟΚ δεν αποτελούν μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά έναν μηχανισμό που οδηγεί σε ουσιαστική αύξηση της πραγματικής δόμησης σε σχέση με τον θεσμοθετημένο συντελεστή. Μέσα από εξαιρέσεις, απαλλαγές και ειδικούς υπολογισμούς, η εκμετάλλευση των οικοπέδων διευρύνεται στην πράξη, χωρίς να έχει προηγηθεί αναθεώρηση των πολεοδομικών σχεδίων.

Κατά τους δήμους, αυτό συνιστά μια έμμεση και οριζόντια αλλαγή των όρων δόμησης, χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση και χωρίς τεκμηριωμένο σχεδιασμό, με σωρευτική επιβάρυνση στο ήδη πιεσμένο αστικό περιβάλλον. Παράλληλα, τονίζουν ότι η αύξηση ύψους, όγκου και πυκνότητας συγκρούεται με τις συνταγματικές αρχές προστασίας του οικιστικού περιβάλλοντος, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία του ΣτΕ. Οι όροι δόμησης, επισημαίνουν, δεν επιτρέπεται να επιδεινώνονται χωρίς σαφή και τεκμηριωμένο πολεοδομικό σχεδιασμό. Τα μπόνους, κατά την άποψή τους, αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία περιοχών, διαταράσσουν τις ισορροπίες στις γειτονιές και υποβαθμίζουν τις συνθήκες διαβίωσης.

Υπό αμφισβήτηση το περιβαλλοντικό ισοδύναμο

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο περιβαλλοντικό ισοδύναμο, το οποίο οι δήμοι αντιμετωπίζουν ως έναν μηχανισμό οικονομικής αντιστάθμισης χωρίς εγγυήσεις ουσιαστικής προστασίας. Η λογική «πληρώνω – άρα αντισταθμίζω» θεωρείται προβληματική, καθώς ένα χρηματικό ποσό δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αποτροπή ή την πραγματική αποκατάσταση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης που προκαλεί ένα έργο.

Επιπλέον, επισημαίνεται ότι συχνά δεν υπάρχει σαφής σύνδεση ανάμεσα στην περιοχή που επιβαρύνεται και στα έργα ή τις παρεμβάσεις που υλοποιούνται τελικά ως αντιστάθμιση. Στο κοινωνικό σκέλος, οι δήμοι υποστηρίζουν ότι το ισχύον πλαίσιο δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ ιδιοκτητών. Όσοι αξιοποιούν τα μπόνους μπορούν να ανεγείρουν περισσότερους ορόφους και μεγαλύτερο όγκο σε περιοχές όπου άλλοι είχαν οικοδομήσει με αυστηρότερους κανόνες. Έτσι, όπως επισημαίνουν, πλήττεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς οι «συνεπείς» ιδιοκτήτες καταλήγουν να υφίστανται τις συνέπειες μιας μεταγενέστερης χαλάρωσης των κανόνων, χωρίς κανένα αντιστάθμισμα.

Σε τεχνικό επίπεδο, προβάλλεται η ένσταση ότι βασικές πολεοδομικές έννοιες επαναπροσδιορίζονται μέσω εξαιρέσεων. Χώροι που παραδοσιακά προσμετρούνταν στον συντελεστή δόμησης ή στον αριθμό ορόφων, πλέον εξαιρούνται ή αντιμετωπίζονται διαφορετικά, οδηγώντας σε μεγαλύτερη πραγματική και λειτουργική επιφάνεια, χωρίς αυτό να αποτυπώνεται καθαρά στους πολεοδομικούς δείκτες. Για τους δήμους, αυτή η πρακτική δυσχεραίνει τον έλεγχο και θολώνει την πραγματική εικόνα της επιβάρυνσης.

Τέλος, υπογραμμίζονται οι επιπτώσεις της αυξημένης δόμησης στις τοπικές υποδομές: Περισσότερα τετραγωνικά σημαίνουν μεγαλύτερη πίεση σε σχολεία, παιδικούς σταθμούς, κοινόχρηστους χώρους, πράσινο, οδικό δίκτυο και δίκτυα κοινής ωφέλειας. Το κόστος, όπως λένε, μετακυλίεται στους δήμους, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση πόρων για έργα υποδομής.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αντίθεσή τους στη μεταφορά αρμοδιοτήτων των ΥΔΟΜ εκτός δήμων, καθώς θεωρούν ότι ο τοπικός έλεγχος είναι κρίσιμος για τη σωστή εφαρμογή των πολεοδομικών κανόνων.

Οι Δήμοι ξεκαθαρίζουν ότι δεν επιδιώκουν «πάγωμα» της οικοδομικής δραστηριότητας. Ζητούν, όμως, την ακύρωση των ρυθμίσεων που στηρίζουν τα μπόνους δόμησης και ουσιαστικά την κατάργησή τους, καθώς και μια συνολική επανεξέταση του πλαισίου δόμησης με βάση τεχνικά δεδομένα, συνταγματικές αρχές και τις πραγματικές ανάγκες των πόλεων.

Περισσότερες ειδήσεις

ΤτΕ: Ηπιότερη ανάπτυξη στην αγορά ακινήτων

Ξεμπλοκάρει την οικοδομική δραστηριότητα η δημοσίευση του Προεδρικού Διατάγματος για το περιβαλλοντικό ισοδύναμο

Απόφαση ΣτΕ: «Στοπ» σε υπόγεια εκτός περιγράμματος στην Κηφισιά

Σχετικά Άρθρα