Το ελληνικό real estate έχει ένα παράδοξο: την ώρα που η στέγη γίνεται ολοένα ακριβότερη και δυσεύρετη στα μεγάλα αστικά κέντρα, χιλιάδες ακίνητα σε ολόκληρη τη χώρα παραμένουν κενά, ανενεργά ή υποαξιοποιούμενα. Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές πραγματικότητες βρίσκονται οι 332 δήμοι της χώρας, μαζί με μια σημαντική δεξαμενή ακίνητης περιουσίας που θα μπορούσε να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο ρόλο στην αναπτυξιακή εξίσωση.
Η στεγαστική κρίση, η δημογραφική συρρίκνωση και η ανάγκη για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο αποτελούν σήμερα τρεις από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία. Αν και συχνά αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστά ζητήματα, διαμορφώνεται ολοένα περισσότερο η αντίληψη ότι συνδέονται άμεσα και απαιτούν μια ενιαία στρατηγική αντιμετώπισης.
Η έντονη συγκέντρωση πληθυσμού και οικονομικής δραστηριότητας στα μεγάλα αστικά κέντρα έχει οδηγήσει, αφενός, σε εκρηκτική αύξηση του κόστους στέγασης και, αφετέρου, στην αποδυνάμωση μεγάλου μέρους της ελληνικής περιφέρειας. Χιλιάδες κατοικίες παραμένουν αναξιοποίητες, περιοχές χάνουν μόνιμους κατοίκους και οι τοπικές οικονομίες δυσκολεύονται να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι δήμοι καλούνται να αναλάβουν έναν ρόλο που υπερβαίνει κατά πολύ τη διαχείριση της καθημερινότητας. Η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να αποτελέσει τον κρίσιμο κρίκο που θα συνδέσει την αξιοποίηση της δημοτικής ακίνητης περιουσίας με την προσέλκυση επενδύσεων, την ενίσχυση της προσφοράς κατοικίας και τη δημογραφική αναζωογόνηση.
Οι 332 δήμοι διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα της άμεσης γνώσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής. Γνωρίζουν ποια ακίνητα παραμένουν ανεκμετάλλευτα, ποιες γειτονιές εμφανίζουν προοπτικές ανάπτυξης, ποιες υποδομές λείπουν και ποια τοπικά παραγωγικά πλεονεκτήματα μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για νέες επενδύσεις.
Το ζητούμενο είναι η μετάβαση από την απλή διαχείριση στην αναπτυξιακή στρατηγική. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται οι δήμοι να αποκτήσουν ολοκληρωμένη εικόνα της δημοτικής και ευρύτερης ακίνητης περιουσίας, να γνωρίζουν το πραγματικό στεγαστικό απόθεμα, να εντοπίζουν τα κενά ή υποαξιοποιούμενα ακίνητα και να σχεδιάζουν πολιτικές στηριγμένες σε πραγματικά δεδομένα.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς διεθνείς οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε επιδοτήσεις ή μέτρα τόνωσης της ζήτησης. Αντίθετα, απαιτούνται αύξηση της πραγματικής προσφοράς κατοικιών, καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος και άρση διαρθρωτικών εμποδίων που περιορίζουν την ανάπτυξη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνολογία και τα δεδομένα αποκτούν κομβικό ρόλο. Η BluPeak Estate Analytics υποστηρίζει ότι η ακίνητη περιουσία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αναπτυξιακή υποδομή και όχι απλώς ως περιουσιακό στοιχείο.
Μέσα από την ψηφιακή καταγραφή, ανάλυση και χαρτογράφηση των ακινήτων μπορεί να δημιουργηθεί μια ενιαία βάση γνώσης, η οποία θα επιτρέπει σε δήμους, περιφέρειες και κεντρική διοίκηση να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Η λογική είναι ότι κάθε περιοχή πρέπει να γνωρίζει με ακρίβεια τι διαθέτει, ποιες εκτάσεις ή κτίρια μπορούν να ενεργοποιηθούν, ποιες χρήσεις μπορούν να αναπτυχθούν και πού υπάρχουν δυνατότητες προσέλκυσης νέων κατοίκων και επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με την πρόταση της εταιρείας, ένα πενταετές πρόγραμμα ανάπτυξης της περιφέρειας θα μπορούσε να στηριχθεί σε πέντε βασικούς άξονες.
Η BluPeak Estate Analytics προτάσσει:
Το μοντέλο επιχειρεί να δημιουργήσει μια αλυσίδα ανάπτυξης: η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας οδηγεί σε νέες κατοικίες, οι κατοικίες προσελκύουν πληθυσμό, ο πληθυσμός δημιουργεί ζήτηση για νέες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις παράγουν θέσεις εργασίας και, τελικά, ενισχύονται τόσο η τοπική οικονομία όσο και η δημογραφική εικόνα κάθε περιοχής.
Η συζήτηση για την ανάπτυξη της περιφέρειας αποκτά έτσι ευρύτερη διάσταση. Δεν αφορά μόνο την αποκέντρωση ή την τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά μια συνολική στρατηγική για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, με τους δήμους να καλούνται να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο και τα ψηφιακά εργαλεία να λειτουργούν ως καταλύτης για τη μετάβαση από τη χαρτογράφηση των προβλημάτων στην υλοποίηση συγκεκριμένων αναπτυξιακών παρεμβάσεων.
Η BluPeak Estate Analytics αναπτύσσει λύσεις ψηφιακής καταγραφής, ανάλυσης και στρατηγικής διαχείρισης χαρτοφυλακίων ακινήτων για δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Μέσα από ένα ενιαίο ψηφιακό μητρώο ακινήτων, η εταιρεία επιδιώκει να δώσει στους δήμους τη δυνατότητα να αποκτήσουν για πρώτη φορά ολοκληρωμένη εικόνα της ακίνητης περιουσίας τους, συνδυάζοντας πολεοδομικά, νομικά, οικονομικά και γεωχωρικά δεδομένα σε μία πλατφόρμα λήψης αποφάσεων.
Η βασική λογική είναι απλή: ένας δήμος δεν μπορεί να σχεδιάσει πολιτικές για τη στέγαση, την προσέλκυση επενδύσεων ή τη δημογραφική ενίσχυση εάν δεν γνωρίζει με ακρίβεια τι διαθέτει. Πόσα ακίνητα είναι ανενεργά, ποια μπορούν να αξιοποιηθούν, ποιες εκτάσεις προσφέρονται για νέες χρήσεις και ποιες περιοχές συγκεντρώνουν επενδυτικό ενδιαφέρον.
Η BluPeak Estate Analytics υποστηρίζει ότι η δημοτική ακίνητη περιουσία πρέπει να μετατραπεί από έναν κατακερματισμένο φάκελο πληροφοριών σε δυναμικό εργαλείο αναπτυξιακής πολιτικής, με την αξιοποίηση τεχνολογιών ανάλυσης δεδομένων και δεικτών απόδοσης.
Σύμφωνα με τη φιλοσοφία που προωθεί η εταιρεία, η τεχνολογία δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι το μέσο ώστε οι 332 δήμοι της χώρας να περάσουν από τη διαχείριση της καθημερινότητας στον στρατηγικό σχεδιασμό.
Με πραγματικά δεδομένα για το στεγαστικό απόθεμα, τις ανάγκες κάθε περιοχής και τις δυνατότητες αξιοποίησης της περιουσίας τους, οι τοπικές αρχές μπορούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις για νέες κατοικίες, προσέλκυση επιχειρήσεων και δημιουργία θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια.
Περισσότερες ειδήσεις
Σπίτια υπάρχουν, αλλά είναι… αόρατα — Πώς ο δείκτης FREI «ξεγυμνώνει» τη στεγαστική αγορά