Σε ένα περιβάλλον όπου ο τουρισμός εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας, οι επενδύσεις στον κλάδο βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ολοένα και πιο σύνθετο θεσμικό τοπίο, το οποίο αυξάνει την αβεβαιότητα και επιβαρύνει τον αναπτυξιακό σχεδιασμό. Οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για την εκτός σχεδίου δόμηση, σε συνδυασμό με τη νέα παράταση έως τις 30 Ιουνίου 2026 για την ολοκλήρωση του Νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, συγκροτούν, σύμφωνα με τον ξενοδοχειακό κλάδο, ένα διπλό θεσμικό πλήγμα για τις τουριστικές επενδύσεις.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων, σε εκτενή επιστολή της προς τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις συνέπειες της πρόσφατης νομολογίας του ΣτΕ, υποστηρίζοντας ότι εισάγεται μια ριζικά αυστηρότερη ερμηνεία ως προς τη νομιμότητα της εκτός σχεδίου δόμησης. Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, το ΣτΕ απαιτεί πλέον, προκειμένου να θεωρείται νόμιμη οποιαδήποτε οικοδομική άδεια εκτός σχεδίου, το γήπεδο στο οποίο ανεγείρεται το κτίσμα να διαθέτει πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο εγκεκριμένο με πολιτειακή πράξη και, μάλιστα, με Προεδρικό Διάταγμα. Η απαίτηση αυτή, όπως σημειώνεται, συνιστά ουσιαστική ανατροπή μιας πρακτικής που εφαρμοζόταν επί δεκαετίες, ιδίως στις περιοχές όπου η πρόσβαση γινόταν μέσω αγροτικών ή τοπικών οδικών δικτύων.
Η ΠΟΞ επισημαίνει ότι η νέα αυτή προσέγγιση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για την αδειοδότηση των ξενοδοχειακών μονάδων. Υπενθυμίζεται ότι, βάσει της υπουργικής απόφασης 216/9-1-2015, η προσπέλαση σε ξενοδοχεία μπορεί να πραγματοποιείται όχι μόνο από αναγνωρισμένη κοινόχρηστη ή ιδιωτική οδό, αλλά και από μη αναγνωρισμένη αγροτική οδό πλάτους τουλάχιστον 3,5 μέτρων ή μέσω δουλείας διόδου που έχει συσταθεί με μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη.
Το ίδιο πλαίσιο προβλέπει ειδικές ρυθμίσεις για περιοχές όπου δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία αυτοκινήτων, για παραδοσιακούς οικισμούς και ιστορικά κέντρα πόλεων, καθώς και για ακίνητα που είναι προσπελάσιμα αποκλειστικά από τη θάλασσα, όπου μπορεί να προταθεί η κατασκευή του αναγκαίου λιμενικού έργου. Κατά την Ομοσπονδία, η επιβολή μιας ενιαίας και εξαιρετικά αυστηρής προϋπόθεσης περί «εγκεκριμένου με προεδρικό διάταγμα» δρόμου ακυρώνει στην πράξη αυτές τις προβλέψεις και δημιουργεί ένα σοβαρό κενό ασυμβατότητας μεταξύ διοίκησης και δικαιοσύνης.
Περαιτέρω, η ΠΟΞ τονίζει ότι η φερόμενη μεταστροφή της νομολογίας του ΣτΕ δεν συμβαδίζει ούτε με προηγούμενες αποφάσεις του ίδιου του δικαστηρίου ούτε με τη νομολογία του Αρείου Πάγου. Ενδεικτικά αναφέρεται η απόφαση ΑΠ 861/2017, σύμφωνα με την οποία η ένταξη ενός αγροτικού δρόμου σε κοινή χρήση μπορεί να προκύπτει από τη μακροχρόνια πραγματική χρήση του ως κοινόχρηστου πράγματος, χωρίς να απαιτείται ειδική εγκριτική πράξη της Πολιτείας. Υπό αυτό το πρίσμα, η απαίτηση έκδοσης προεδρικού διατάγματος για την αναγνώριση κοινόχρηστου δρόμου σε εκτός σχεδίου περιοχές θεωρείται από τον κλάδο όχι μόνο δυσανάλογη, αλλά και πρακτικά ανεφάρμοστη σε μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, δεν περιορίζεται στις μελλοντικές επενδύσεις, αλλά αφορά άμεσα και έργα που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί. Πολλές ξενοδοχειακές επενδύσεις, όπως υπογραμμίζεται, έλαβαν άδειες νομίμως και καλόπιστα, βάσει του ισχύοντος πλαισίου και της παγιωμένης διοικητικής πρακτικής, και σήμερα κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με αναστολές, καθυστερήσεις ή ακόμη και ακυρώσεις. Οι συνέπειες επεκτείνονται και σε χιλιάδες ιδιοκτήτες γης, οι οποίοι απέκτησαν ακίνητα μέσω μεταβίβασης ή κληρονομιάς με σκοπό τη μελλοντική αξιοποίησή τους και βλέπουν πλέον την περιουσία τους να απαξιώνεται χωρίς δική τους υπαιτιότητα.
Παράλληλα, η ΠΟΞ συνδέει την εξέλιξη αυτή με σοβαρές επιπτώσεις στις τοπικές οικονομίες και στην απασχόληση, καθώς η ακύρωση ή το πάγωμα τουριστικών επενδύσεων επηρεάζει άμεσα τεχνικά επαγγέλματα, εργαζόμενους, προμηθευτές και ευρύτερα την οικονομική δραστηριότητα που συνδέεται με τον τουρισμό και την οικοδομή. Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται και για τις δημοσιονομικές συνέπειες, καθώς η εκ των υστέρων ακύρωση νομίμως αδειοδοτημένων επενδύσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε αξιώσεις αποζημίωσης κατά του Δημοσίου.
Την ίδια ώρα, το θεσμικό τοπίο επιβαρύνεται περαιτέρω από τη νέα παράταση που αποφάσισε το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την ολοκλήρωση του Νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό και της αντίστοιχης Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο, που ξεκίνησε ήδη από το 2017 με στόχο να επικαιροποιήσει τις κατευθύνσεις του παλαιότερου σχεδιασμού, καλείται να ρυθμίσει χωρικά μια δραστηριότητα με έντονο περιβαλλοντικό και κοινωνικό αποτύπωμα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την εκρηκτική ανάπτυξη του τουρισμού όσο και τις νέες μορφές τουριστικής δραστηριότητας. Ωστόσο, σχεδόν μία δεκαετία μετά, το πλαίσιο παραμένει ημιτελές.
Παρότι η νέα παράταση αποδίδεται σε αντικειμενικές δυσκολίες κατά την εκπόνηση των μελετών και δεν συνοδεύεται από μεταβολή της συμβατικής αμοιβής των αναδόχων, στην πράξη διατηρείται ένα παρατεταμένο θεσμικό κενό. Ο τουριστικός τομέας συνεχίζει να αναπτύσσεται, με μεγάλες επενδύσεις σε ξενοδοχειακές μονάδες και σύνθετα τουριστικά συγκροτήματα, χωρίς ένα επικαιροποιημένο χωροταξικό πλαίσιο που να θέτει σαφή όρια, προτεραιότητες και κανόνες. Το αποτέλεσμα είναι η όξυνση των συγκρούσεων σε τοπικό επίπεδο, η αύξηση των προσφυγών στη Δικαιοσύνη και η ενίσχυση της ανασφάλειας τόσο για τους επενδυτές όσο και για τη διοίκηση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ξενοδοχειακός κλάδος προειδοποιεί ότι η προστασία του περιβάλλοντος, αν και αδιαπραγμάτευτη, δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων αξιών, όπως η οικονομική ανάπτυξη και το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ιδίως όταν για τις εκτός σχεδίου ξενοδοχειακές μονάδες προβλέπεται ήδη υποχρεωτικά η εκπόνηση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Η νέα καταληκτική ημερομηνία του Ιουνίου 2026 αποκτά, έτσι, χαρακτήρα κρίσιμου οροσήμου, όχι μόνο για την ολοκλήρωση των μελετών, αλλά και για την αποκατάσταση της ασφάλειας δικαίου σε έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της χώρας.
Περισσότερες ειδήσεις
Στην Αθήνα η πρώτη ξενοδοχειακή συμφωνία του 2026, αξίας 45 εκατ. ευρώ
Σε οικιστικά ακίνητα στην Αθήνα επενδύουν ολοένα και περισσότεροι ομογενείς