MENU

Δίχως «δίχτυ ασφαλείας» έναντι φυσικών καταστροφών οι δημόσιες υποδομές

Αντίθετα, τα μεγάλα έργα που έχουν ή υλοποιούνται στο πλαίσιο συμβάσεων ΣΔΙΤ ή παραχώρησης, όπως αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια και λιμένες, διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη μέσω ιδιωτικών συμβολαίων

Η τελευταία κακοκαιρία δεν άφησε πίσω της μόνο πλημμυρισμένους δρόμους, κατεστραμμένα δίκτυα και διακοπές ρεύματος. Έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα λιγότερο ορατό αλλά κρίσιμο ζήτημα, το πόσο και με ποιον τρόπο είναι ασφαλισμένες οι δημόσιες υποδομές της χώρας απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα που πλέον δεν θεωρούνται «έκτακτα», αλλά σχεδόν κανονικότητα, σε ένα περιβάλλον όπου πολλές από αυτές σχεδιάστηκαν με παλιές μελέτες και προδιαγραφές άλλων εποχών.

Παρά τις ζημιές σε οδικούς άξονες, γέφυρες, αντλιοστάσια, δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, παραμένει θολό ποιο μέρος του κόστους αποκατάστασης καλύπτεται από ασφαλιστήρια συμβόλαια και ποιο μετακυλίεται απευθείας στον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή στους φορολογούμενους. Σήμερα ένα μέρος των μεγάλων έργων υποδομής, όπως αυτοκινητόδρομοι παραχώρησης, αεροδρόμια και λιμένες, διαθέτει ασφαλιστική κάλυψη μέσω ιδιωτικών συμβολαίων στο πλαίσιο των συμβάσεων ΣΔΙΤ ή παραχώρησης. Τα συμβόλαια αυτά συνήθως περιλαμβάνουν κινδύνους όπως φυσικές καταστροφές, πυρκαγιές, πλημμύρες και σεισμούς.

Για το «παραδοσιακό» δημόσιο δίκτυο, επαρχιακοί δρόμοι, τοπικά αντιπλημμυρικά έργα, δημοτικές υποδομές, δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, η εικόνα είναι πολύ πιο αποσπασματική. Πολλοί δήμοι είτε δεν έχουν καμία ασφαλιστική κάλυψη είτε διαθέτουν περιορισμένα συμβόλαια που δεν καλύπτουν ακραία φαινόμενα ή μεγάλες ζημιές. Το αποτέλεσμα είναι γνώριμο. Μετά από κάθε κακοκαιρία ξεκινά ένας αγώνας δρόμου για έκτακτες χρηματοδοτήσεις, συμπληρωματικούς προϋπολογισμούς και καθυστερημένες αποκαταστάσεις, συχνά πάνω σε υποδομές που ήδη ήταν καταπονημένες από χρόνια έλλειψη συστηματικής συντήρησης.

Η συχνότητα και η ένταση των ακραίων φαινομένων ανεβάζουν κατακόρυφα το ρίσκο για τις ασφαλιστικές εταιρείες, αλλά την ίδια ώρα αναδεικνύουν και ένα δεύτερο δομικό πρόβλημα, ότι μεγάλο μέρος των υποδομών βασίζεται ακόμη σε παλιές υδραυλικές, αντιπλημμυρικές και στατικές μελέτες, οι οποίες δεν έχουν επικαιροποιηθεί με βάση τα νέα κλιματικά δεδομένα. Αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερα ασφάλιστρα για νέα έργα, αυστηρότερους όρους κάλυψης και μεγαλύτερες απαλλαγές, καθώς οι ασφαλιστές λαμβάνουν πλέον υπόψη όχι μόνο τον κίνδυνο της φύσης αλλά και τον βαθμό φθοράς και υποσυντήρησης των ίδιων των υποδομών.

Αναγκαία η ανθεκτικότητα των έργων και η τακτική συντήρησή τους

Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι χωρίς σοβαρές επενδύσεις στην ανθεκτικότητα και κυρίως στη συντήρηση των υφιστάμενων έργων, το κόστος ασφάλισης θα συνεχίσει να ανεβαίνει, καθιστώντας ορισμένα έργα οικονομικά δυσκολότερα στη χρηματοδότηση και στην υλοποίησή τους. Η λογική του να χτίζονται νέα έργα χωρίς παράλληλο πρόγραμμα συντήρησης των παλαιών υποδομών, προσθέτουν, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, όπου οι ζημιές επαναλαμβάνονται και οι αποζημιώσεις γίνονται όλο και πιο ακριβές.

Παρά τις εξαγγελίες για καλύτερο σχεδιασμό διαχείρισης κινδύνου, η Ελλάδα δεν διαθέτει ακόμη ένα ενιαίο πλαίσιο ασφάλισης δημόσιων υποδομών. Κάθε φορέας, υπουργεία, περιφέρειες, δήμοι και οργανισμοί κοινής ωφέλειας, κινείται με δικούς του κανόνες, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό πρακτικών και κενών. Ειδικοί στον τομέα των καταστροφικών κινδύνων τονίζουν ότι μια πιο συστηματική προσέγγιση, με κεντρικές συμβάσεις, ομαδοποιημένη ασφάλιση και υποχρεωτικά πρότυπα κάλυψης, θα μπορούσε να μειώσει το συνολικό κόστος και να επιταχύνει τις αποζημιώσεις, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα συνοδευτεί από επικαιροποίηση των μελετών και σταθερή χρηματοδότηση για συντήρηση.

Το βασικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η τελευταία κακοκαιρία δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίσουν οι ζημιές, αλλά ποιος θα τις πληρώσει και πόσο γρήγορα θα αποκατασταθούν, σε υποδομές που συχνά λειτουργούν ήδη στα όρια των αντοχών τους. Αν η ασφάλιση παραμείνει αποσπασματική και αντιδραστική, κάθε νέο ακραίο φαινόμενο θα οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο καθυστερήσεων, έκτακτων κονδυλίων και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Αντίθετα, μια πιο ώριμη πολιτική ασφάλισης υποδομών, σε συνδυασμό με σύγχρονες μελέτες και ουσιαστική συντήρηση, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας για το κράτος και την οικονομία, σε μια εποχή που η κλιματική αστάθεια δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού.

Περισσότερες ειδήσεις

Περιορισμένη πρόσβαση στα έργα ΣΔΙΤ από τις μικρομεσαίες κατασκευαστικές εταιρείες

Κυριαρχία ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και στην επόμενη γενιά έργων υποδομής σε Ελλάδα, Βαλκάνια, Ουκρανία

Σε ανεκτέλεστο άνω των 10 δισ. ευρώ στοχεύει εντός του 2026 ο όμιλος της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – Πώς χτίζει το ισχυρότερο χαρτοφυλάκιο στις παραχωρήσεις

Σχετικά Άρθρα