Περιβαλλοντικό «πράσινο» άναψε για την επένδυση των Dromeus Capital και APTO που αφορά το νέο κέντρο δεδομένων (data center) στην περιοχή των Σπάτων και προβλέπεται να φτάσει με την ολοκλήρωση και των δύο φάσεων έως το 2030 τα 770 εκατ. ευρώ.
Ειδικότερα, ολοκληρώθηκε και τυπικά η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης σε σχέση με το αίτημα έκδοσης Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) για τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του project, το οποίο υλοποιείται μέσω της ΓΚΡΕΚΟ ΜΙ Α.Ε., με στόχο τώρα οι κυρίως κατασκευαστικές εργασίες για το έργο να ξεκινήσουν εντός του τρέχοντος έτους. «Αγκάθι» για την επένδυση παραμένουν οι αντιδράσεις τοπικών φορέων και κατοίκων της περιοχής, ειδικά του οικισμού της Χριστούπολης με μεγαλύτερο σημείο αιχμής το συνεχή θόρυβο που θα παράγει το έργο σε 24ωρη βάση, με τους φορείς της περιοχής να ζητούν περισσότερες εξασφαλίσεις. Μάλιστα, δεν αποκλείεται ακόμη και η προοπτική των ασφαλιστικών μέτρων και της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας στο προσεχές διάστημα, εντός των χρονικών περιθωρίων που δίνει ο νόμος, μέσα στο Μάρτιο.
Το data center «Olive» θα αναπτυχθεί σε δύο όμορα οικόπεδα συνολικής επιφάνειας 62.710 τ.μ. το πρώτο με εμβαδόν 22.735 τ.μ. και το δεύτερο τμήμα με εμβαδόν 39.974 τ.μ.. Η έκταση βρίσκεται εκτός ορίων οικισμού με πλησιέστερους οικισμούς τα Σπάτα σε ελάχιστη απόσταση περίπου 1χλμ νότια, τη Χριστούπολη σε ελάχιστη απόσταση περίπου 250 μέτρα δυτικά του έργου, το Πικέρμι, σε ελάχιστη απόσταση περίπου 2,1χλμ βόρεια και τον Άγιο Νικόλαο σε ελάχιστη απόσταση περίπου 1,8 χλμ νοτιοδυτικά.
Το συγκρότημα θα αποτελείται μελλοντικά από δύο ειδικά σχεδιασμένα κτίρια που θα φιλοξενούν εξοπλισμό με συνολικό υπολογιστικό φορτίο 46MW (80MW απαίτηση ισχύος από το ηλεκτρικό δίκτυο σε πλήρη λειτουργία του εξοπλισμού). Η πρώτη φάση, προϋπολογισμού 300 εκατ. ευρώ, αφορά την ανάπτυξη του πρώτου οικοπέδου (22.735 τ.μ.) με ορίζοντα υλοποίησης το 2028 και δυναμικότητα 18MW. Η προέγκριση οικοδομικής άδειας για την πρώτη φάση έχει ήδη εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές οι οποίες εξασφαλίζουν ότι το έργο συμμορφώνεται με τον υφιστάμενο καθορισμό ζωνών, τις ισχύουσες διατάξεις δόμησης, χρήσης γης και τους πολεοδομικού κανονισμούς. Η δεύτερη φάση, ύψους 470 εκατ. ευρώ, τοποθετείται χρονικά το 2030.
Κατά την κατασκευή εκτιμάται ότι θα δημιουργηθούν 400–500 θέσεις εργασίας, ενώ σε μόνιμη βάση προβλέπονται πάνω από 100 θέσεις κατά τη λειτουργία. Ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη εκτεταμένο πρόγραμμα εκσκαφών σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες.
Παρά τις βελτιώσεις που, όπως υποστηρίζουν οι επενδυτές, ενσωματώθηκαν στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων έπειτα από διαβούλευση με αρχές και τοπική κοινωνία, οι αντιδράσεις παραμένουν, με βασικά ζητήματα τον θόρυβο, την οπτική όχληση και την υπόγεια όδευση καλωδίων.
Οι επενδυτές υποστηρίζουν ότι επιδιώκουν μία «πολυεπίπεδη» προσέγγιση για τη μείωση του ηχητικού αποτυπώματος, διασφαλίζοντας ότι η ένταση του ήχου στα όρια της εγκατάστασης παραμένει σταθερά εντός ή και κάτω από τα νόμιμα όρια. Σε σχέση με τον περιορισμό του θορύβου ειδικά, προβλέπονται παρεμβάσεις περιμετρικά (ηχοπέτασμα στην οροφή που περικλείει όλο τον εξοπλισμό ψύξης με ύψος 4 μέτρα και πάχος 80 mm, σχηματίζοντας ένα συνεχές φράγμα κατά μήκος της περιμέτρου του κτιρίου), παρεμβάσεις στο μηχανολογικό εξοπλισμό (οι μονάδες ψύξης διαθέτουν ειδικά ακουστικά περιβλήματα, μειώνοντας τον ήχο πριν φτάσει στην οροφή ή στον περίβολο. Οι γεννήτριες έκτακτης ανάγκης διαθέτουν βελτιωμένη ακουστική απόδοση με την αξιοποίηση ειδικών περιβλημάτων που λειτουργούν ηχομονωτικά, μειώνουν τον ήχο κατά 10 dB(A), που αντιστοιχεί σε μείωση κατά 50% του θορύβου). Οι γεννήτριες τίθενται σε λειτουργία μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις διακοπής ρεύματος ή για σύντομους προγραμματισμένους ελέγχους συντήρησης, οι οποίοι πραγματοποιούνται αποκλειστικά σε εργάσιμες ημέρες και ώρες. Επιπλέον, οι μονάδες αυτές θα τοποθετηθούν στη μέγιστη δυνατή απόσταση από τις κατοικημένες περιοχές.
Για την κατανάλωση νερού και ενέργειας προβλέπονται «προηγμένες τεχνολογίες ψύξης με μηδενική κατανάλωση νερού. Η ψύξη επιτυγχάνεται μέσω ειδικών ανεμιστήρων που λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια, η οποία σε μεγάλο ποσοστό προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ), με σταθερό στόχο την επίτευξη μηδενικών εκπομπών ρύπων.
Επιπλέον, η υποδομή θα περιβάλλεται από περισσότερα από 650 δέντρα, ώστε να δημιουργείται φυσικός πράσινος φράχτης, ενώ παράλληλα, θα χρησιμοποιηθούν υπόγεια, θωρακισμένα καλώδια, διασφαλίζοντας ότι τα επίπεδα ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας παραμένουν πολύ χαμηλότερα από τα διεθνή όρια ασφαλείας.
Περισσότερες ειδήσεις
Υπό όρους η θετική γνωμοδότηση της Περιφέρειας Αττικής για το Data Center των Dromeus Capital – Apto στα Σπάτα
Η τεχνολογία που δεν «κοιμάται ποτέ» — Έτσι είναι η ζωή δίπλα στα γιγάντια data centers της Amazon