Μια νέα, πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν τα νησιά και οι παράκτιες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εγκαινιάζοντας για πρώτη φορά δύο ξεχωριστές αλλά συμπληρωματικές στρατηγικές που καλύπτουν ζητήματα ανάπτυξης, συνδεσιμότητας, ενεργειακής μετάβασης και κλιματικής ανθεκτικότητας.
Οι πρωτοβουλίες αφορούν περίπου 17 εκατομμύρια πολίτες που ζουν σε περισσότερα από 4.000 νησιά της ΕΕ, καθώς και 95 εκατομμύρια κατοίκους παράκτιων περιοχών που εκτείνονται σε περίπου 70.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής σε 22 κράτη-μέλη.
Στόχος της Επιτροπής είναι η καλύτερη ενσωμάτωση των ιδιαίτερων αναγκών των περιοχών αυτών στις ευρωπαϊκές πολιτικές, καθώς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις, όπως η γεωγραφική απομόνωση, το αυξημένο κόστος μεταφορών, οι πιέσεις από την κλιματική αλλαγή, η εξάρτηση από εποχικές οικονομικές δραστηριότητες και οι δημογραφικές μεταβολές.
Η νέα στρατηγική για τα νησιά βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες: την οικονομική ανάπτυξη και την καινοτομία, την ενεργειακή ασφάλεια και την κλιματική ανθεκτικότητα, την κοινωνική συνοχή και δημογραφική σταθερότητα, καθώς και την ασφάλεια και ετοιμότητα απέναντι σε κρίσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ενίσχυση της συνδεσιμότητας, στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στη στήριξη της επιχειρηματικότητας και στη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ νησιωτικών και ηπειρωτικών περιοχών.
Παράλληλα, επιδιώκεται η ενσωμάτωση της διάστασης της νησιωτικότητας σε ένα ευρύτερο φάσμα ευρωπαϊκών πολιτικών, ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε επίπεδο ΕΕ να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τις ιδιαιτερότητες των νησιών.
Η στρατηγική για τις παράκτιες κοινότητες εστιάζει στην ανάπτυξη μιας βιώσιμης γαλάζιας οικονομίας, στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική κρίση και στη δημιουργία οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμων περιοχών.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δραστηριότητες όπως η θαλάσσια βιοοικονομία, η υπεράκτια ενέργεια, οι νέες θαλάσσιες τεχνολογίες και ο βιώσιμος τουρισμός μπορούν να αποτελέσουν βασικούς μοχλούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προστασία των παράκτιων οικοσυστημάτων και στην ενίσχυση υποδομών που θα μπορούν να ανταποκριθούν στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Σημαντικό μέρος της συζήτησης επικεντρώνεται στο λεγόμενο «κόστος νησιωτικότητας», δηλαδή στα πρόσθετα οικονομικά και κοινωνικά βάρη που συνεπάγεται η γεωγραφική απομόνωση.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Επιτροπή, το κόστος μεταφορών σε ορισμένες νησιωτικές περιοχές μπορεί να είναι περισσότερο από 300% υψηλότερο σε σχέση με την ηπειρωτική Ευρώπη.
Παράλληλα, οι δημόσιες δαπάνες ανά κάτοικο εκτιμάται ότι μπορεί να είναι αυξημένες κατά 30% έως 50%, ενώ σε ορισμένους νησιωτικούς δήμους οι τιμές κατοικίας καταγράφονται έως και 75% έως 130% υψηλότερες συγκριτικά με άλλες περιοχές.
Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν άμεσα την ανταγωνιστικότητα των τοπικών οικονομιών, το κόστος ζωής των κατοίκων και την προσέλκυση επενδύσεων.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης ότι πολλές νησιωτικές και παράκτιες περιοχές αντιμετωπίζουν έντονες κοινωνικές πιέσεις.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτής κατοικίας, η εποχικότητα της απασχόλησης και οι μειωμένες επαγγελματικές ευκαιρίες οδηγούν συχνά τους νεότερους κατοίκους προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή άλλες χώρες της Ευρώπης.
Το φαινόμενο αυτό εντείνει τη δημογραφική γήρανση και δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές.
Τα στοιχεία που παρουσίασε η Επιτροπή καταδεικνύουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών νησιών.
Σε κράτη όπως η Ιρλανδία και η Μάλτα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώνεται στο 221% και 112% αντίστοιχα του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ στην Κύπρο φτάνει περίπου στο 98%.
Αντίθετα, στα περισσότερα άλλα νησιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αντιστοιχεί περίπου στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ.
Παρόμοιες διαφοροποιήσεις καταγράφονται και στην απασχόληση. Η Κύπρος, η Ιρλανδία και η Μάλτα εμφανίζουν ποσοστά απασχόλησης 78%, 80% και 83% αντίστοιχα, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 75%, ενώ σε αρκετές άλλες νησιωτικές περιοχές το ποσοστό περιορίζεται στο 59%.
Παρά τη φιλοδοξία των νέων στρατηγικών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν προχωρά στη δημιουργία ειδικού χρηματοδοτικού ταμείου για τα νησιά και τις παράκτιες περιοχές.
Η εφαρμογή τους θα βασιστεί κυρίως στην αξιοποίηση υφιστάμενων χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΕ, όπως τα προγράμματα συνοχής, τα εθνικά και περιφερειακά προγράμματα των κρατών-μελών, καθώς και πόροι που σχετίζονται με την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής για θέματα Συνοχής, Ραφαέλε Φίτο, ανέφερε ότι στο τρέχον Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027 προβλέπονται περίπου 12,5 δισ. ευρώ για νησιωτικές περιοχές μέσω των πολιτικών συνοχής.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι στο επόμενο δημοσιονομικό πλαίσιο οι νησιωτικές ανάγκες θα μπορούν να ενσωματωθούν πιο στοχευμένα στα εθνικά και περιφερειακά αναπτυξιακά σχέδια.
Αναφερόμενος στις προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης, ο Επίτροπος Αλιείας και Ωκεανών Κώστας Κάδης τόνισε ότι η Επιτροπή θα λάβει υπόψη ζητήματα ανταγωνιστικότητας, συνδεσιμότητας και κόστους ζωής κατά τις επερχόμενες αναθεωρήσεις του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), του κανονισμού για τις υποδομές εναλλακτικών καυσίμων και του FuelEU Maritime.
Όπως σημείωσε, η υφιστάμενη ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει ήδη τη δυνατότητα εξαιρέσεων για συγκεκριμένα νησιά, με στόχο τη διατήρηση της συνδεσιμότητας και την αποφυγή δυσανάλογων επιβαρύνσεων για τις τοπικές κοινωνίες.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι ευρωπαϊκές ακτές βρίσκονται ταυτόχρονα στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας και στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, με τη νέα στρατηγική να επιχειρεί να μετατρέψει αυτές τις προκλήσεις σε αναπτυξιακές ευκαιρίες.