Το 78% των Αμερικανών αποδίδει μέρος της ευθύνης για την άνοδο των τιμών στις πολιτικές του Donald Trump, σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, η οποία καταγράφει αυξανόμενη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Η ακρίβεια αναδεικνύεται σε βασικό ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, που θα καθορίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου για τα επόμενα δύο χρόνια, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, οι εισαγωγικοί δασμοί και οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν ασκούν πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Σύμφωνα με την έρευνα του Reuters, το 57% των Ρεπουμπλικανών δηλώνει ότι το κόστος ζωής αυξάνεται ταχύτερα από τις αποδοχές του, παρά τη δέσμευση του Trump κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2024 για άμεση αντιμετώπιση του πληθωρισμού και μείωση των τιμών.
Η επιμονή του πληθωρισμού έχει οδηγήσει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική, με στόχο τον περιορισμό των ανατιμήσεων. Μεταξύ των παραγόντων που τροφοδοτούν τις πληθωριστικές πιέσεις περιλαμβάνονται η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και οι υψηλοί εισαγωγικοί δασμοί της αμερικανικής κυβέρνησης.
Περίπου ένας στους τέσσερις Ρεπουμπλικανούς δηλώνει ότι αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του Trump στην οικονομία, ποσοστό που φθάνει το 63% μεταξύ των ανεξάρτητων και το 92% μεταξύ των Δημοκρατικών.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η δυσαρέσκεια για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, με το 68% του συνόλου των ερωτηθέντων και το 40% των Ρεπουμπλικανών να εκφράζουν αρνητική άποψη.
Οι ανησυχίες για την οικονομία και τον πόλεμο με το Ιράν έχουν συμβάλει στην υποχώρηση της δημοτικότητας του Αμερικανού προέδρου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, επηρεάζοντας παράλληλα την υποστήριξη προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Jeffrey Talley, 65χρονου συνταξιούχου τραπεζικού ελεγκτή από το Κάνσας, ο οποίος είχε ψηφίσει τον Trump το 2016, αλλά όχι στις επόμενες δύο προεδρικές εκλογές. Όπως δήλωσε στο Reuters, η αντίθεσή του στον πόλεμο με το Ιράν και στις αυξήσεις των τιμών της βενζίνης τον οδηγεί πλέον να στηρίξει τον Δημοκρατικό Adam Hamilton στην εκλογική αναμέτρηση για τη Γερουσία.
Οι πιέσεις στο κόστος ζωής αποτυπώνονται ιδιαίτερα στις τιμές των καυσίμων. Η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε την Πέμπτη στα 4,36 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι 3,11 δολαρίων πριν από έναν χρόνο.
Ακόμη υψηλότερη είναι η τιμή του ντίζελ, που έχει φθάσει τα 6,28 δολάρια ανά γαλόνι, ύστερα από διαδοχικές ανατιμήσεις που επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις αγροτικές πολιτείες και τον κλάδο των μεταφορών.
Αυξημένες παραμένουν οι τιμές των τροφίμων, όπως του μοσχαρίσιου κιμά, αλλά και των αεροπορικών εισιτηρίων, ενώ το κόστος δανεισμού εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τα νοικοκυριά.
Το επιτόκιο των στεγαστικών δανείων διάρκειας 30 ετών βρίσκεται κοντά στο 7,5%, περίπου διπλάσιο από τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από έξι χρόνια.
Στη δημοσκόπηση, το 54% των ερωτηθέντων, μεταξύ των οποίων και το 40% των Ρεπουμπλικανών, ανέφερε ότι το κόστος ζωής αυξήθηκε σημαντικά τον τελευταίο χρόνο. Αντίθετα, το 30% δήλωσε ότι αυξήθηκε λίγο και το 10% ότι παρέμεινε αμετάβλητο.
Παράλληλα, το 64% των Ρεπουμπλικανών και το 76% των ανεξάρτητων αποδίδουν μέρος της ευθύνης για τις ανατιμήσεις στον Λευκό Οίκο, ενώ οι περισσότεροι Αμερικανοί θεωρούν ότι οι εισαγωγικοί δασμοί συμβάλλουν στην αύξηση των τιμών.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εκπρόσωπος Taylor Rogers υποστήριξε ότι ο Trump έβαλε τέλος στην πληθωριστική κρίση που είχε εκδηλωθεί επί προεδρίας Joe Biden, επικαλούμενη τις φορολογικές μειώσεις, την ενίσχυση της οικονομίας και τη μείωση του κόστους των συνταγογραφούμενων φαρμάκων.
Ο πληθωρισμός είχε φθάσει σε υψηλό 40 ετών κατά τη διάρκεια της προεδρίας Biden, γεγονός που συνέβαλε στην εκλογική νίκη του Trump το 2024. Ωστόσο, παρά την αποκλιμάκωσή του από τα υψηλά της πανδημίας, οι τιμές εξακολουθούν να αυξάνονται.
Παρά τη γενικευμένη δυσαρέσκεια, η δημοσκόπηση καταγράφει σχετικά περιορισμένη μείωση της καταναλωτικής δραστηριότητας.
Συγκεκριμένα, το 63% των Αμερικανών δηλώνει ότι περιορίζει τις εξόδους σε εστιατόρια, ενώ το 56% μειώνει τις δαπάνες για ψυχαγωγία και συνδρομητικές υπηρεσίες.
Μικρότερα ποσοστά αναφέρουν ότι χρησιμοποιούν λιγότερο το αυτοκίνητό τους ή ότι δυσκολεύονται να εξοφλήσουν εμπρόθεσμα τους λογαριασμούς τους.
Τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι τα εισοδήματα των Αμερικανών εξακολουθούν συνολικά να καταγράφουν μικρή πραγματική αύξηση. Ωστόσο, οι ωριαίες αποδοχές αυξάνονται περίπου με τον ίδιο ρυθμό με τον δείκτη τιμών καταναλωτή, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων να εξανεμίζεται από την ακρίβεια.
Η εικόνα αυτή αντανακλάται και στις έρευνες καταναλωτικής εμπιστοσύνης του Conference Board και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης, οι οποίες καταγράφουν απαισιόδοξες εκτιμήσεις για την οικονομία.
Πάντως, ορισμένες θέσεις της κυβέρνησης εξακολουθούν να βρίσκουν ανταπόκριση. Το 45% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η παράτυπη μετανάστευση αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες των ανατιμήσεων, υιοθετώντας την επιχειρηματολογία της κυβέρνησης ότι η πρόσθετη ζήτηση, μεταξύ άλλων για στέγαση, αυξάνει το κόστος.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Herman Sims, 67 ετών, από το Ντάλας, ο οποίος εργάζεται σε εταιρεία οδικών μεταφορών που πλήττεται από τις υψηλές τιμές του ντίζελ. Παρότι διαφωνεί με την απόφαση του Trump για τον πόλεμο με το Ιράν, δηλώνει ότι θα συνεχίσει να ψηφίζει Ρεπουμπλικανούς, θεωρώντας ότι οι Δημοκρατικοί δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις δημόσιες δαπάνες.
Η δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos πραγματοποιήθηκε από τις 30 Σεπτεμβρίου έως τις 5 Οκτωβρίου 2026, με τη συμμετοχή 4.506 ενηλίκων σε εθνικό επίπεδο. Το περιθώριο σφάλματος διαμορφώνεται στις 2 ποσοστιαίες μονάδες για το σύνολο των ερωτηθέντων και στις 3 μονάδες για τις επιμέρους πολιτικές ομάδες.
Περισσότερες ειδήσεις
Η στεγαστική κρίση «εξαφανίζει» τα φθηνά σπίτια στις ΗΠΑ – Οι τελευταίες… νησίδες προσιτής κατοικίας