Η καθημερινότητα συχνά μετατρέπεται σε έναν διαρκή αγώνα για επαγγελματική επιτυχία, οικονομική ασφάλεια και προσωπική ολοκλήρωση, αφήνοντας την απόλαυση της ζωής σε δεύτερη μοίρα. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να αναβάλλει κανείς διαρκώς τη χαρά του, περιμένοντας την «κατάλληλη στιγμή» για να ζήσει;
Η Sheree Joseph, συγγραφέας και επιμελήτρια, περιέγραψε στην βρετανική εφημερίδα Guardian, πώς πέρασε χρόνια κυνηγώντας στόχους και προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις κοινωνικές προσδοκίες, μέχρι που μια απλή εμπειρία στην Ιταλία την έκανε να επανεξετάσει τη σχέση της με την ευτυχία.
Όπως εξιστορεί, για μεγάλο διάστημα ζούσε με τη διαρκή αίσθηση ότι ο χρόνος τελειώνει. Ανησυχούσε για τη δουλειά της, την επαγγελματική της εξέλιξη, την παραγωγικότητα και τα οικονομικά της, ενώ αφιέρωνε σημαντική ενέργεια στην αναζήτηση συντρόφου, χωρίς να έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια σταθερή σχέση τα τελευταία έξι χρόνια.
Μεγαλύτερη πηγή πίεσης, ωστόσο, αποτέλεσε η γονιμότητά της, καθώς στις αρχές της δεκαετίας των 30 αναγκάστηκε να εξετάσει επιλογές που πολλές γυναίκες καλούνται να αντιμετωπίσουν αργότερα. Η προσπάθειά της να καταψύξει τα ωάριά της δεν ευοδώθηκε, ενώ η απουσία συντρόφου επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την κατάστασή της, λόγω των προσδοκιών της συντηρητικής καθολικής οικογένειάς της με καταγωγή από τον Λίβανο.
Μέσα σε όλα αυτά, η προσωπική ευχαρίστηση είχε πάψει να αποτελεί αυτοτελή επιδίωξη. Η χαρά αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως ανταμοιβή που θα ερχόταν κάποια στιγμή, εφόσον πρώτα πετύχαινε τους στόχους της και εξασφάλιζε την αποδοχή των άλλων.
Η αφορμή για να αναθεωρήσει αυτή τη στάση ήρθε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ιταλία, το οποίο αρχικά αντιμετώπιζε ως ευκαιρία να ανακτήσει δυνάμεις από την εργασία της.
Καθώς απολάμβανε ένα κοκτέιλ σε ένα μπαρ, παρατήρησε ότι στον δρόμο έξω είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται κόσμος για μια γιορτή. Όταν ρώτησε τον μπάρμαν ποια ήταν η αφορμή, εκείνος απάντησε ότι δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος.
Η απάντηση την έκανε να αναρωτηθεί γιατί η ίδια αισθανόταν ότι χρειαζόταν πάντα μια δικαιολογία για να διασκεδάσει.
Συνειδητοποίησε ότι είχε συνηθίσει να αναβάλλει τη ζωή της, περνώντας πολλά βράδια στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση, χωρίς να απολαμβάνει πραγματικά τον ελεύθερο χρόνο της. Ακόμη και μικρές αγορές, όπως λουλούδια, φορέματα ή αντικείμενα που της άρεσαν, συνοδεύονταν από ενοχές για τα χρήματα που ξόδευε εν μέσω της κρίσης του κόστους ζωής.
Η Joseph συνδέει αυτή τη συμπεριφορά με ένα ευρύτερο κοινωνικό πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι καλούνται να εργάζονται περισσότερο, να πετυχαίνουν περισσότερα, να διατηρούν τη νεότητά τους, να βρίσκουν σύντροφο, να δημιουργούν οικογένεια, να αποταμιεύουν και να αποκτούν σπίτι.
Μόνο αφού ολοκληρώσουν όλα αυτά, υποτίθεται ότι μπορούν να χαλαρώσουν και να απολαύσουν όσα έχουν καταφέρει. Το ερώτημα, όπως επισημαίνει, είναι πότε ακριβώς φτάνει αυτή η στιγμή και τι συμβαίνει όταν η ζωή δεν ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη πορεία.
Με αφετηρία εκείνη την εμπειρία, η συγγραφέας άρχισε να επεξεργάζεται μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, την οποία ονομάζει «juicy life», δηλαδή μια ζωή γεμάτη εμπειρίες, αισθήσεις και μικρές απολαύσεις.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για μεγάλες αλλαγές ή σημαντικά επιτεύγματα, αλλά για απλές στιγμές: ένα αυθόρμητο γέλιο, τη γεύση μιας καλοκαιρινής ντομάτας με αλάτι, μια βουτιά στη θάλασσα, ένα παρατεταμένο γεύμα με φίλους ή έναν περίπατο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Η ίδια δίνει ιδιαίτερη σημασία και στη δημιουργικότητα, είτε εκφράζεται μέσα από την τέχνη, τη μουσική και τη συγγραφή είτε μέσα από το μαγείρεμα, την κηπουρική, τις φιλίες και τη δημιουργία νέων προσωπικών συνηθειών.
Παράλληλα, παρατηρεί ότι η συνεχής παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου και η πίεση για διαρκή δραστηριότητα συχνά απομακρύνουν τους ανθρώπους από τις βασικές τους ανάγκες για ξεκούραση, ισορροπία και ουσιαστική επαφή με το περιβάλλον τους.
Σημαντική είναι και αναφορά της Joseph στην αρχαία ελληνική διάκριση ανάμεσα στον «χρόνο» και τον «καιρό».
Ο πρώτος παραπέμπει στον μετρήσιμο χρόνο, στις ώρες, στις προθεσμίες και στα προγράμματα που καθορίζουν την καθημερινότητα. Ο δεύτερος συνδέεται με την κατάλληλη στιγμή, τη σημασία μιας εμπειρίας και την ουσιαστική βίωσή της.
Κατά τη συγγραφέα, όταν οι άνθρωποι σταματούν να αξιολογούν τη ζωή τους αποκλειστικά με βάση όσα έχουν προλάβει να πετύχουν, μπορούν να αντιληφθούν διαφορετικά τον χρόνο και τη σημασία των καθημερινών εμπειριών.
Τελικά, η ζωή δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως κατάλογος υποχρεώσεων και στόχων που πρέπει να ολοκληρωθούν προτού επιτραπεί η χαρά. Αντίθετα, το νόημά της μπορεί να βρίσκεται στις ίδιες τις στιγμές που συνήθως περνούν απαρατήρητες.
Περισσότερες ειδήσεις
Πώς τρία λεπτά ευγνωμοσύνης την ημέρα μπορούν να αλλάξουν τη ζωή σου
Stop the self-sabotage: Αν μιλούσες στους φίλους σου όπως μιλάς στον εαυτό σου, θα έμενε κανείς;
Νέοι, μόνοι και… online – Γιατί η γενιά των social media είναι πιο δυστυχισμένη από ποτέ