Για… μόνιμη εγκατάσταση φαίνεται πως ήρθε ο «βραχνάς» των τιμών στα αεροπορικά εισιτήρια, καθώς όπως εκτιμούν μεγάλες αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες και αναλυτές του κλάδου των αερομεταφορών, δεν θα μειωθούν ακόμα και αν πέσουν οι τιμές του πετρελαίου και των καυσίμων.
Η τιμή του καυσίμου αεροσκαφών εκτοξεύθηκε μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, υποχώρησε απότομα την άνοιξη και στη συνέχεια σημείωσε νέα άνοδο καθώς προχωρούσε το καλοκαίρι, όπως αναφέρει το apnews. Σύμφωνα με τον Brett House, οικονομολόγο στο Columbia Business School, τέτοιες διακυμάνσεις δυσκολεύουν τις αεροπορικές εταιρείες να προγραμματίσουν τις δραστηριότητές τους και τις ωθούν να είναι επιφυλακτικές όσον αφορά τη μείωση των τιμών των εισιτηρίων.
Η τιμή του καυσίμου αεροσκαφών αυξήθηκε ακόμη πιο γρήγορα από αυτή του πετρελαίου κατά τη διάρκεια του πολέμου, γεγονός που αντανακλά τόσο τις υψηλότερες τιμές του αργού πετρελαίου όσο και την έλλειψη προσφοράς του διυλισμένου καυσίμου, το οποίο αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες λειτουργικές δαπάνες των αεροπορικών εταιρειών.
Οι αεροπορικές εταιρείες κατάργησαν ορισμένες λιγότερο κερδοφόρες πτήσεις και αύξησαν τις τιμές των εισιτηρίων και τα τέλη αποσκευών και όπως ανέφεραν οι μεγάλες αεροπορικές εταιρείες των ΗΠΑ, τα αυξημένα έσοδα από τους επιβάτες κάλυψαν αρχικά μόνο ένα μέρος των ραγδαία αυξανόμενων δαπανών τους για καύσιμα.
Όσον αφορά τις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων, δεν κινήθηκαν παράλληλα με τις τιμές των καυσίμων. Ο δείκτης Argus U.S. Jet Fuel Index έπεσε από το υψηλό των 4,88 δολ. ανά γαλόνι στις αρχές Απριλίου στο χαμηλό των 2,7 δολ. τον Ιούνιο, το χαμηλότερο επίπεδο σε καιρό πολέμου, αλλά οι μέσες τιμές των εισιτηρίων παρέμειναν υψηλές.
Ο μέσος ναύλος, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι πρόσθετες χρεώσεις για υπηρεσίες όπως οι παραδοτέες αποσκευές και η επιλογή θέσης, αυξήθηκε από 405 δολ. τους τελευταίους τρεις μήνες του 2025 σε 428 δολ. το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και σε 436 δολ. την περίοδο Απριλίου-Ιουνίου, σύμφωνα με το Γραφείο Στατιστικών Μεταφορών των ΗΠΑ.
Κατά τον House αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ των τιμών των καυσίμων και των αεροπορικών ναύλων οφείλεται στο χρονικό διάστημα. Εξήγησε ότι οι αεροπορικές εταιρείες συνήθως αποφασίζουν αρκετούς μήνες νωρίτερα πόσες πτήσεις θα πραγματοποιήσουν και πόσες θέσεις θα προσφέρουν, λαμβάνοντας υπόψη το αναμενόμενο κόστος καυσίμων και άλλες δαπάνες. Αρχίζουν να πωλούν εισιτήρια ακόμη νωρίτερα και παρόλο που οι τιμές για τις θέσεις στην ίδια πτήση μπορούν να αλλάζουν επανειλημμένα, οι αεροπορικές εταιρείες δεν μπορούν να χρεώσουν περισσότερα για θέσεις που έχουν ήδη πωληθεί, αν οι τιμές των καυσίμων σημειώσουν ξαφνική άνοδο. «Δεν είναι μόνο το ύψος του κόστους των καυσίμων που αποτελεί πρόβλημα ή πρόκληση για τις αεροπορικές εταιρείες. Είναι και η μεταβλητότητα», προσέθεσε.
Μέχρι στιγμής υπάρχουν λίγα σημάδια ανακούφισης για τους ταξιδιώτες, καθώς οι αεροπορικές εταιρείες προσαρμόζουν τα δρομολόγιά τους και τις τιμές τους για το υπόλοιπο του έτους. Τον Αύγουστο, οι τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων στις ΗΠΑ ήταν 23% υψηλότερες από ό,τι ένα χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας.
Οι τιμές των καυσίμων αεροσκαφών συνέχισαν να ανεβαίνουν αυτόν το μήνα, φτάνοντας τα 4,53 δολάρια το γαλόνι στις 17 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με τον δείκτη Argus.
Την Παρασκευή (25/9), η μέση τιμή στις τέσσερις αγορές των ΗΠΑ που παρακολουθεί ο δείκτης, κυμαινόταν στα 4,3 δολ. το γαλόνια, παρέμεινε δηλαδή σχεδόν διπλάσια από τον μέσο όρο του 2025. Οι ταξιδιώτες που αναζητούν πτήσεις για τις γιορτές αντιμετωπίζουν ήδη τις υψηλότερες τιμές αεροπορικών εισιτηρίων της τελευταίας δεκαετίας, ανέφερε η εταιρεία κρατήσεων ταξιδιών Hopper σε έκθεση που δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα.
Η εταιρεία, η οποία παρακολουθεί τις διαθέσιμες τιμές στις αναζητήσεις πτήσεων, εκτίμησε ότι κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας, η μέση τιμή ενός εισιτηρίου εσωτερικού μετ’ επιστροφής στις ΗΠΑ ήταν 402 δολάρια για τα ταξίδια της Ημέρας των Ευχαριστιών και 452 δολάρια για τα Χριστούγεννα, δηλαδή 31% και 23% υψηλότερη από πέρυσι.
Και η πίεση στις αεροπορικές εταιρείες και τους ταξιδιώτες δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μέση τιμή του καυσίμου αεροσκαφών ήταν περίπου 99 δολάρια το βαρέλι στις 27 Φεβρουαρίου, την ημέρα πριν από την έναρξη του πολέμου, σύμφωνα με το Jet Fuel Price Monitor της Διεθνούς Ένωσης Αερομεταφορών (IATA). Οι τιμές υπερδιπλασιάστηκαν στα 209 δολάρια στις αρχές Απριλίου, μειώθηκαν για σχεδόν τρεις μήνες και έφτασαν τα 195 δολάρια το βαρέλι στα μέσα Σεπτεμβρίου, μετά την εκ νέου άνοδό τους, ανέφερε η IATA, επικαλούμενη στοιχεία της S&P Global Energy Platts.
Η ανανεωμένη πίεση στις τιμές του καυσίμου αεροσκαφών οφείλεται εν πολλοίς στα γεγονότα που έχουν οδηγήσει στη ραγδαία άνοδο των τιμών του ντίζελ. Οι εχθροπραξίες έχουν περιορίσει την παραγωγή των διυλιστηρίων και τις εξαγωγές καυσίμων από τη Μέση Ανατολή, ενώ οι επιθέσεις στην Ουκρανία έχουν προκαλέσει ζημιές στα ρωσικά διυλιστήρια. Επειδή το ντίζελ και το καύσιμο αεροσκαφών είναι στενά συνδεδεμένα προϊόντα που ανταγωνίζονται για την παραγωγή των διυλιστηρίων, η έλλειψη του ενός μπορεί να ασκήσει πρόσθετη πίεση στην τιμή και τη διαθεσιμότητα του άλλου.
Η IATA εκτιμά ότι τα καύσιμα θα αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο των λειτουργικών εξόδων των αεροπορικών εταιρειών φέτος, από περίπου το ένα τέταρτο το 2025.
Όταν οι τιμές των καυσίμων σημείωσαν εκ νέου άνοδο, περίπου το 35% των εισιτηρίων της United για το τελευταίο τρίμηνο του έτους είχε ήδη κρατηθεί και η αεροπορική εταιρεία δεν μπορούσε να αυξήσει αναδρομικά αυτές τις τιμές, δήλωσε ο Οικονομικός Διευθυντής, Μάικ Λέσκινεν στο Associated Press. Η αεροπορική εταιρεία αναμένει να ανακτήσει τα αυξημένα κόστη καυσίμων μέσω των εσόδων, αλλά όχι αμέσως, πρόσθεσε.
Μιλώντας για την αύξηση της τιμής του καυσίμου αεροσκαφών σε συνέδριο επενδυτών στις 16 Σεπτεμβρίου, ο Λέσκινεν δήλωσε: «Στην πραγματικότητα δεν με νοιάζει αν παραμείνει υψηλή. Απλώς θέλω να σταθεροποιηθεί».
Περισσότερες ειδήσεις
Ελλάδα: Πρωταθλήτρια στην αύξηση των αεροπορικών εισιτηρίων στην ΕΕ
Ryanair: Δεν βάζει επίναυλο καυσίμων παρά την ενεργειακή πίεση – Τι φοβάται ο O’Leary για το 2027