Η εικόνα που διαμορφώνεται καθημερινά στους δρόμους της Αθήνας δεν αφήνει πια περιθώρια παρερμηνειών. Το κυκλοφοριακό έχει πάψει να είναι μια απλή ενόχληση και εξελίσσεται σε συστημικό πρόβλημα που επηρεάζει την οικονομία, την κοινωνική ζωή και την ίδια τη λειτουργία της πόλης. Δεν πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο ούτε για «κακές μέρες». Είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών επιλογών και παραλείψεων, που σήμερα συμπυκνώνονται σε μια πρωτοφανή πίεση στο οδικό δίκτυο.
Οι συγκοινωνιολόγοι συγκλίνουν στο ότι το πρόβλημα είναι βαθιά δομικό. Για χρόνια, στη διάρκεια της πολυετούς κρίσης, οι μεταφορές υποχρηματοδοτήθηκαν. Υποδομές έμειναν στάσιμες, στόλοι γέρασαν, συστήματα διαχείρισης κυκλοφορίας απαξιώθηκαν. Στις μεταφορές, όμως, ο χρόνος δεν συγχωρεί, καθώς ό,τι δεν επενδύθηκε τότε, σήμερα επιστρέφει ως συμφόρηση, καθυστερήσεις και απώλεια αξιοπιστίας.
Η πανδημία επιτάχυνε αυτή την κρίση, καθώς η μαζική επιστροφή στο ΙΧ δεν ήταν παροδική, αλλά παγιώθηκε, καθώς τα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν κατάφεραν να ανακτήσουν τον ρόλο τους ως αξιόπιστη εναλλακτική. Την ίδια στιγμή, η οικονομική δραστηριότητα αυξήθηκε, οι μετακινήσεις πλήθυναν και οι αποστάσεις μεγάλωσαν. Περισσότερα αυτοκίνητα, για περισσότερα χιλιόμετρα, πάνω σε ένα δίκτυο με συγκεκριμένα και περιορισμένα όρια.
Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε αδυναμία μεγεθύνεται. Ο γερασμένος στόλος οχημάτων οδηγεί σε περισσότερες βλάβες και συμβάντα, που σε κορεσμένους άξονες, όπως ο Κηφισός, αρκούν για να παραλύσει η κυκλοφορία. Η καθημερινή ανοχή στη μικροπαραβατικότητα, παράνομη στάθμευση, διπλοπαρκαρίσματα, ανεξέλεγκτη τροφοδοσία, αφαιρεί ζωτικό χώρο από το οδικό δίκτυο, μειώνοντας δραστικά τη λειτουργική του ικανότητα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα αυτοκίνητα κινούνται, αλλά πώς χρησιμοποιείται ο δημόσιος χώρος.
Σύμφωνα με τους συγκοινωνιολόγους, περίπου 8 έως 9 εκατομμύρια μετακινήσεις πραγματοποιούνται καθημερινά στην Αττική, με το αυτοκίνητο να καλύπτει πάνω από το 40% και τα μέσα μαζικής μεταφοράς να έχουν υποχωρήσει κοντά στο 25%. Το χαμένο μερίδιο των ΜΜΜ έχει μεταφερθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στους δρόμους. Και αυτό το φορτίο δεν μπορεί να απορροφηθεί.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, οι συγκοινωνιολόγοι είναι σαφείς, τα μέτρα που πρέπει να παρθούν δεν είναι θέμα επιλογής, αλλά αναγκαιότητα. Πρώτον, απαιτείται άμεση και αυστηρή εφαρμογή των κανόνων που ήδη υπάρχουν. Η παράνομη στάθμευση, τα διπλοπαρκαρίσματα, η ανεξέλεγκτη τροφοδοσία και η κατάληψη λωρίδων δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται με ανοχή. Δεν πρόκειται για «λεπτομέρειες», αλλά για παράγοντες που αφαιρούν έως και τη μισή χωρητικότητα ενός δρόμου. Χωρίς επιβολή κανόνων, καμία τεχνική λύση δεν μπορεί να αποδώσει.
Δεύτερον, η διαχείριση της κυκλοφορίας πρέπει να εκσυγχρονιστεί άμεσα. Η φωτεινή σηματοδότηση και ο συντονισμός των κόμβων βασίζονται σε συστήματα προηγούμενων δεκαετιών. Ακόμη και χωρίς πλήρως «έξυπνες» τεχνολογίες, η σωστή συντήρηση, η επικαιροποίηση των χρόνων και η καλύτερη επιχειρησιακή διαχείριση μπορούν να αυξήσουν αισθητά τη χωρητικότητα του δικτύου και να μειώσουν τις ακραίες καθυστερήσεις μέσα σε σύντομο χρόνο.
Τρίτον, ο Κηφισός και οι βασικοί άξονες χρειάζονται ενεργή, καθημερινή διαχείριση. Όχι απλώς έργα, αλλά άμεση αντιμετώπιση συμβάντων, μικρές τεχνικές παρεμβάσεις και καλύτερη λειτουργία των παράλληλων και κάθετων δρόμων. Η συμφόρηση δεν λύνεται αν εστιάζει κανείς μόνο σε έναν άξονα, αφήνοντας το υπόλοιπο δίκτυο να καταρρέει.
Τέταρτον, τα μέσα μαζικής μεταφοράς πρέπει να ενισχυθούν ουσιαστικά και όχι αποσπασματικά. Η ανανέωση του στόλου των λεωφορείων είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται αύξηση του αριθμού των οχημάτων, πυκνότερα δρομολόγια και συνολική αναβάθμιση του μετρό, με νέο τροχαίο υλικό, σύγχρονα συστήματα και επεκτάσεις που ανταποκρίνονται στις σημερινές μετακινήσεις. Ο στόχος είναι ξεκάθαρος, τα ΜΜΜ να ξανακερδίσουν μερίδιο κοντά στο 40%, αλλιώς το κυκλοφοριακό θα συνεχίσει να διογκώνεται.
Πέμπτον, απαιτείται ολοκλήρωση και ενίσχυση των περιφερειακών οδικών δικτύων. Άξονες όπως αυτός της Ελευσίνας – Οινοφύτων, η σήραγγα Ηλιουπόλεως και η επέκταση της λεωφόρου Κύμης δεν είναι πολυτέλεια, αλλά κρίσιμες υποδομές για να απορροφηθεί η διαμπερής κυκλοφορία και τα βαρέα οχήματα. Χωρίς αυτά, η πίεση θα συνεχίσει να μεταφέρεται στο αστικό δίκτυο.
Τέλος και ίσως πιο δύσκολο απαιτείται πολιτική απόφαση για περιορισμό της χρήσης του ΙΧ, ιδιαίτερα στο κέντρο και στις ώρες αιχμής. Σε μια μητροπολιτική περιοχή όπως η Αθήνα, το οδικό δίκτυο θα παραμείνει περιορισμένο. Αυτό σημαίνει αποδοχή του κόστους στάθμευσης, αλλαγή συνηθειών και μέτρα που έχουν πολιτικό κόστος. Χωρίς αυτά, καμία τεχνική παρέμβαση δεν αρκεί.
Περισσότερες ειδήσεις
Κυκλοφοριακό Αττικής: Γρίφος χωρίς εύκολη λύση και μέτρα υπό διαρκή αναθεώρηση
«Δέκα χρόνια και βλέπουμε»: Αβέβαιος ο χρονικός ορίζοντας για τις νέες επεκτάσεις του Μετρό