MENU

Τι απέμεινε στην Πεντέλη μετά τη μεγάλη φωτιά του 2024 – Γιατί το δάσος δυσκολεύεται να «επιστρέψει»

Η διετής χαρτογράφηση της βιοποικιλότητας και το «καμπανάκι» των επιστημόνων για τις επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές

Η μεγάλη πυρκαγιά της 11ης Αυγούστου 2024 άφησε βαθύ αποτύπωμα στη Βορειοανατολική Αττική και ιδιαίτερα στην Πεντέλη, όμως δύο χρόνια συστηματικής έρευνας δείχνουν ότι η βιοποικιλότητα της περιοχής εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντική ανθεκτικότητα.

Διεπιστημονική ομάδα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με τη συμμετοχή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Αιγαίου, κατέγραψε συνολικά 506 είδη φυτών και ζώων, παρακολουθώντας παράλληλα την πορεία ανάκαμψης του οικοσυστήματος.

Το βασικό «καμπανάκι» των επιστημόνων αφορά τις επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές. Η συχνότητα με την οποία καίγονται οι ίδιες περιοχές δεν αφήνει αρκετό χρόνο σε κρίσιμα είδη, όπως η χαλέπιος πεύκη, να δημιουργήσουν το αναπαραγωγικό απόθεμα που απαιτείται για τη φυσική αναγέννηση του δάσους.

506 είδη φυτών και ζώων στην καμένη Πεντέλη

Για δύο διαδοχικά έτη οι επιστήμονες πραγματοποίησαν συνεχείς επισκέψεις στο πεδίο, καταγράφοντας αναλυτικά το αποτύπωμα της πυρκαγιάς.

Όπως ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Ζωικής Ποικιλότητας του Τμήματος Βιολογίας του ΕΚΠΑ Παναγιώτης Παφίλης, παρά τα επαναλαμβανόμενα πυρικά επεισόδια στην περιοχή εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική βιοποικιλότητα.

Συνολικά καταγράφηκαν 506 είδη, από τα οποία:

  • 253 φυτικά είδη
  • 178 είδη ασπόνδυλων
  • 42 είδη πτηνών
  • 19 είδη ερπετών
  • 10 είδη θηλαστικών
  • 4 είδη αμφίβιων

«Πρόκειται για έναν πολύ υψηλό αριθμό όχι μετά από μία φωτιά αλλά μετά από αλλεπάλληλα επεισόδια πυρκαγιάς. Η φύση όσο μπορεί παραμένει. Είναι η λεγόμενη ανθεκτικότητα των μεσογειακών οικοσυστημάτων», σημείωσε ο κ. Παφίλης, θέτοντας ως βασικό ερώτημα το πώς μπορεί ο άνθρωπος να βοηθήσει τη φύση «να ορθοποδήσει».

Τα είδη που δεν επέστρεψαν και οι νέοι «κάτοικοι»

Η εικόνα, πάντως, δεν είναι ίδια για όλα τα είδη. Οι επιστήμονες δεν κατάφεραν να εντοπίσουν ορισμένα είδη που γνώριζαν ότι υπήρχαν στην περιοχή πριν από τις πυρκαγιές.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται το αηδόνι, το ψευταηδόνι, που συναντούσαν σε ρεματιές κοντά στη Ραπεντώσα, ο ιδιαίτερα σπάνιος αιγαιοτσιροβάκος, που είχε καταγραφεί κοντά στη ρεματιά στα Μελίσσια, καθώς και διάφορα δασόβια είδη κολεοπτέρων.

Σύμφωνα με τον κ. Παφίλη, η απουσία τους συνδέεται με την καταστροφή των κατάλληλων ενδιαιτημάτων. Οι καμένες ρεματιές δεν προσφέρουν πλέον τις απαραίτητες συνθήκες για τη φωλιά του αηδονιού, ενώ η απώλεια των δασικών εκτάσεων επηρεάζει τα δασόβια έντομα.

Την ίδια ώρα, η εντατική καταγραφή οδήγησε και σε νέες επιστημονικές παρατηρήσεις. Μεταξύ άλλων εντοπίστηκε παρασιτική σφήκα που περιγράφηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ενώ μεγαλόσωμα είδη, όπως αγριογούρουνα και τσακάλια, έχουν αρχίσει να εποικίζουν την καμένη περιοχή.

«Δεν πρέπει να κοιτάζουμε μονάχα τι έλειψε ή τι θα επιστρέψει αλλά τι καινούριο θα γεννηθεί απ’ αυτή την ιστορία. Ποια θα είναι η καινούρια Πεντέλη που θα βγει απ’ αυτή την ιστορία», επισήμανε ο καθηγητής.

Πόση έκταση κάηκε πραγματικά στην Πεντέλη

Στο πρώτο στάδιο της έρευνας η επιστημονική ομάδα προχώρησε σε δορυφορική αποτύπωση των καμένων εκτάσεων.

Όπως προέκυψε, το 65,3% των εκτάσεων που επλήγησαν από την πυρκαγιά του 2024 καλυπτόταν από θαμνώδη βλάστηση, ενώ μόλις το 0,4% ήταν δάση.

Ο καθηγητής Τηλεανίχνευσης και Μορφοτεκτονικής του Τμήματος Γεωλογίας του ΕΚΠΑ Εμμανουήλ Βασιλάκης εξήγησε ότι το χαμηλό ποσοστό δάσους οφείλεται στο γεγονός ότι η περιοχή δεν είχε προλάβει να αναγεννηθεί από προηγούμενες μεγάλες πυρκαγιές. Παράλληλα, σημαντικό ήταν το ποσοστό των γεωργικών εκτάσεων και των ανοιχτών χώρων που επλήγησαν.

«Ό,τι ήταν θάμνος και μπορούσε να εξελιχθεί σε δάσος, καταστράφηκε», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η πραγματική έκταση που κάηκε υπολογίστηκε, μέσω της δορυφορικής αποτύπωσης, σε 91,33 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Από αυτά, τα 78,5 τ.χλμ. αποτελούσαν ενιαία συμπαγή καμένη έκταση, ενώ ακόμη 12,83 τ.χλμ. βρίσκονταν διάσπαρτα περιφερειακά της κύριας ζώνης.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι άκαυτες νησίδες, συνολικής έκτασης περίπου 6,74 τ.χλμ., καθώς μπορούν να λειτουργήσουν ως κέντρα φυσικής αναγέννησης της περιοχής.

Οι αλλεπάλληλες φωτιές το μεγάλο πρόβλημα

Η σύγκριση της πυρκαγιάς του 2024 με το ιστορικό προηγούμενων πυρκαγιών έδειξε ότι σημαντικά τμήματα της περιοχής έχουν καεί επανειλημμένα.

Για τους ερευνητές, η συχνότητα και η επαναληψιμότητα των πυρκαγιών αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν τη μελλοντική εξέλιξη του οικοσυστήματος της Πεντέλης.

Σημαντικό ρόλο παίζει και το γεωλογικό υπόβαθρο. Περίπου το 50% των πετρωμάτων της πυρόπληκτης περιοχής είναι σκληρά πετρώματα, κυρίως μάρμαρα και ασβεστόλιθοι, τα οποία δεν ευνοούν εύκολα τη δημιουργία επαρκούς εδαφικού μανδύα ώστε να μπορέσουν να ριζώσουν τα δέντρα.

Αντίθετα, στις περιοχές όπου υπάρχουν μαλακότερα πετρώματα, η διατήρηση του εδάφους μπορεί να δημιουργήσει καλύτερες προϋποθέσεις για φυσική αναγέννηση.

Χαλέπιος πεύκη: Χρειάζονται έως 20 χρόνια για επαρκές αναπαραγωγικό υλικό

Η ομότιμη καθηγήτρια Οικολογίας του Τμήματος Βιολογίας του ΕΚΠΑ Μαργαρίτα Αριανούτσου αναφέρθηκε στην «αρνητική πρωτιά» της Αττικής, η οποία συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό πυρκαγιών στην Ελλάδα.

Στις οκτώ δειγματοληπτικές θέσεις που εξετάστηκαν καταγράφηκε σημαντικός αριθμός φυτικών ειδών, ωστόσο η πυκνότητα της χαλεπίου πεύκης ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.

Η χαλέπιος πεύκη χρειάζεται περίπου 6 έως 8 χρόνια για να περάσει από τη νεανική φάση στην αναπαραγωγή. Σε επίπεδο πληθυσμού, όμως, απαιτούνται τουλάχιστον 16 έως 20 χρόνια για να δημιουργηθεί επαρκές αναπαραγωγικό υλικό.

Εάν μια νέα πυρκαγιά εκδηλωθεί πριν ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος, το αναγεννητικό απόθεμα δεν προλαβαίνει να ανανεωθεί και αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα να μην υπάρξει φυσική αναγέννηση.

Όπως επισήμανε η κα Αριανούτσου, όλα τα είδη χρειάζονται χρόνο για να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους, είτε στο ριζικό σύστημα είτε στα σπέρματά τους. Το ιστορικό των πυρκαγιών αναδεικνύεται έτσι σε κρίσιμο παράγοντα για την αναγέννηση του δασικού συστήματος.

Κυκλάμινα, φίδια, λύκοι και αγριογούρουνα

Για την καταγραφή της χλωρίδας και της πανίδας η διεπιστημονική ομάδα μετέβη σε 22 διαφορετικά σημεία.

Μεταξύ των φυτών καταγράφηκαν κυκλάμινα, αλλά και ξενικά είδη όπως η ψευδοακακία, η οποία, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν έχει θέση στα μεσογειακά οικοσυστήματα της περιοχής.

Καταγράφηκε επίσης η Silene pentelica, χαρακτηριστικό είδος της Πεντέλης, καθώς και η Centaurea attica και ειδικότερα το υποείδος pentelica, ενδημικό είδος που συναντάται μόνο στην Πεντέλη και την Πάρνηθα και, παρά τις φωτιές, εξακολουθεί να ανθίζει.

Στα αμφίβια και τα ερπετά, η εικόνα των πρώτων ημερών μετά τη φωτιά χαρακτηρίστηκε από τους επιστήμονες ως εικόνα «βιβλικής καταστροφής». Ωστόσο στη συνέχεια εντοπίστηκαν αρκετά είδη ερπετών, φιδιών και σαυρών, μεταξύ των οποίων ο λαφιάτης και το σπιτόφιδο, είδη που συνδέονται και με τον καθορισμό περιοχών Natura.

Στα πτηνά, η καρακάξα καταγράφηκε στις περισσότερες περιοχές και συγκεκριμένα σε 19 από τις 25 θέσεις που εξετάστηκαν.

Για την παρακολούθηση των θηλαστικών τοποθετήθηκαν ειδικές κάμερες που ενεργοποιούνται με την κίνηση. Οι κάμερες κατέγραψαν αλεπούδες, πετροκούναβο, ασβό, αγριογούρουνα, τσακάλια, λύκους, κουτάβια λύκων και έναν λαγό.

Τι προτείνουν οι επιστήμονες για την επόμενη ημέρα

Για την προστασία και αναγέννηση των καμένων εκτάσεων, η κα Αριανούτσου υπογράμμισε την ανάγκη να γίνεται άμεσα μετά από μεγάλες πυρκαγιές πρόβλεψη των πλέον ευάλωτων περιοχών.

Η αξιολόγηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την τοπογραφία, το έδαφος, τον τύπο της βλάστησης, τις σημαντικές περιοχές του οικοσυστήματος και κυρίως το ιστορικό των πυρκαγιών.

Η δορυφορική τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ταχεία εκτίμηση της σφοδρότητας της καύσης και της δυνατότητας αναγέννησης των ειδών, χωρίς όμως να αντικαθίσταται η έρευνα στο πεδίο.

Μεταξύ των παρεμβάσεων που μπορούν να εξεταστούν περιλαμβάνονται κορμοδέματα και κλαδοπλέγματα, ώστε να περιορίζεται η εδαφική διάβρωση και ο κίνδυνος πλημμυρών, ιδιαίτερα στις ζώνες όπου το φυσικό περιβάλλον συναντά κατοικημένες περιοχές.

Οι ερευνητές δίνουν, πάντως, προτεραιότητα στη φυσική αναγέννηση.

Παράλληλα, τα μέτρα αποκατάστασης πρέπει να είναι προσεκτικά σχεδιασμένα. Η κα Αριανούτσου προειδοποίησε κατά της φύτευσης ξενικών ειδών ή ειδών που δεν συνδέονται με το κλίμα και την ιστορία της Πεντέλης, καθώς μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να αλλοιώσει τον χαρακτήρα του οικοσυστήματος.

Η διετής έρευνα για την Πεντέλη

Η μελέτη αποτέλεσε πρωτοβουλία του πρύτανη του ΕΚΠΑ, καθηγητή Γεράσιμου Σιάσου, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Παναγιώτη Παφίλη και χρηματοδότηση από τον ΕΛΚΕ ΕΚΠΑ.

Στην έρευνα συμμετείχαν επιστήμονες διαφορετικών ειδικοτήτων, εξετάζοντας τη βιοποικιλότητα από τη χλωρίδα και τα έντομα έως τα αμφίβια, τα ερπετά, τα πτηνά και τα θηλαστικά, καθώς και τη σημασία των άκαυτων νησίδων για την ανάκαμψη του οικοσυστήματος.

Στο έργο συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, οι καθηγητές Παναγιώτης Παφίλης, Εμμανουήλ Βασιλάκης, Μαργαρίτα Αριανούτσου, Άρης Παρμακέλης, Κώστας Τριάντης και Φάνης Κωνσταντινίδης.

Το ερευνητικό έργο «Καταγραφή των επιπτώσεων της πυρκαγιάς στη Βιοποικιλότητα της Πεντέλης – Παρακολούθηση των επιπτώσεων της ανάκαμψης και των οικοσυστημάτων» παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση με τη συμμετοχή των δημάρχων Πεντέλης Νατάσσας Κοσμοπούλου, Διονύσου Κατερίνας Μαϊχόσογλου, Κηφισιάς Βασίλη Ξυπολυτά, Μαραθώνα Στέργιου Τσίρκα, Παλλήνης Χρήστου Αηδόνη και της εκπροσώπου του ΟΦΥΠΕΚΑ, προϊσταμένης Προστατευόμενων Περιοχών Αττικής, Ελένης Κατσιρώδη.

Πηγή φωτό: ΙΝΤΙΜΕ – ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ

Περισσότερες ειδήσεις

Καμένη γη 300.000 στρεμμάτων το φετινό καλοκαίρι – «Δυναμίτης» η χώρα για νέες φωτιές

Περισσότερες βροχές, περισσότερη καύσιμη ύλη – Η «παγίδα» πίσω από τις φετινές φωτιές στην Ελλάδα

Triodos: Ο καύσωνας απειλεί να «σβήσει» την ανάπτυξη της Ευρώπης – Στα 180 δισ. ευρώ ο «λογαριασμός»

Σχετικά Άρθρα