Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν χρειάζονται πάντοτε έναν ακραίο καύσωνα ή μια παρατεταμένη ξηρασία για να πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Στην Ελλάδα, οι αυξημένες βροχοπτώσεις του χειμώνα και της άνοιξης ευνόησαν την ανάπτυξη χαμηλής βλάστησης, η οποία, μόλις στέγνωσε με την άνοδο της θερμοκρασίας, μετατράπηκε σε άφθονη καύσιμη ύλη.
Αυτόν τον λιγότερο εμφανή παράγοντα πίσω από τις φετινές μεγάλες φωτιές αναδεικνύει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Απόστολος Βουλγαράκης, κάτοχος της Έδρας AXA για τις Πυρκαγιές και το Κλίμα στο Πολυτεχνείο Κρήτης και αναπληρωτής διευθυντής του Κέντρου Leverhulme για τις Πυρκαγιές, το Περιβάλλον και την Κοινωνία του Imperial College London.
Όπως εξηγεί, οι καθαρισμοί οικοπέδων μέσα και γύρω από κατοικημένες περιοχές είναι αναγκαίοι, δεν επαρκούν όμως όταν μεγάλες εκτάσεις έξω από τους οικισμούς παραμένουν χωρίς ουσιαστική διαχείριση. Εκεί, η συνεχόμενη βλάστηση επιτρέπει στη φωτιά να εξαπλώνεται γρήγορα σε μεγάλες αποστάσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νότια Κρήτη, όπου οι βροχές ήταν ιδιαίτερα επίμονες λόγω των νοτιοδυτικών ανέμων. Σύμφωνα με τον καθηγητή, η περιοχή του νότιου Ρεθύμνου που κάηκε συγκαταλεγόταν στις πλέον επίφοβες.
Η αυξημένη βλάστηση παρέμεινε υγρή για αρκετό διάστημα. Όταν, όμως, ο πρώτος καύσωνας του καλοκαιριού μείωσε απότομα την υγρασία και ακολούθησαν ακραίοι άνεμοι, η μεγάλη ποσότητα διαθέσιμου «καυσίμου» δημιούργησε εκρηκτικές συνθήκες.
Κοινό χαρακτηριστικό των εκτεταμένων πυρκαγιών που έχουν πλήξει τη χώρα τόσο φέτος όσο και τα προηγούμενα χρόνια είναι, σύμφωνα με τον κ. Βουλγαράκη, η «συνέχεια της καύσιμης ύλης». Μεγάλες περιοχές αποτελούν σχεδόν ενιαία συμπλέγματα δασών, θαμνωδών εκτάσεων και άλλης βλάστησης, χωρίς αρκετές φυσικές ή διαχειριζόμενες ζώνες που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την εξάπλωση μιας φωτιάς.
Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η υποχώρηση παραδοσιακών γεωργικών και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων και η ελλιπής διαχείριση του δασικού τοπίου αφήνουν τη βιομάζα να συσσωρεύεται. Έτσι, ακόμη και μια φωτιά που ξεκινά από περιορισμένη εστία μπορεί να βρει μπροστά της συνεχόμενη καύσιμη ύλη και να επεκταθεί με μεγάλη ταχύτητα.
Δύο βασικούς κοινούς παρονομαστές εντοπίζει ο καθηγητής στις φετινές μεγάλες πυρκαγιές της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Γαλλίας.
Ο πρώτος αφορά την ανθρώπινη δραστηριότητα. Δίκτυα ηλεκτροδότησης, εμπρησμοί και αμέλεια περιλαμβάνονται στις βασικές αιτίες έναρξης πυρκαγιών, υπενθυμίζοντας ότι, παρά τις κλιματικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που αυξάνουν τον κίνδυνο, η πλειονότητα των εστιών στη Μεσόγειο προκαλείται από τον άνθρωπο.
Ο δεύτερος κοινός παράγοντας είναι η ανεπαρκής διαχείριση του τοπίου. Μεγάλο μέρος των εκτάσεων που κάηκαν περιελάμβανε αυξημένη ζωντανή και νεκρή βιομάζα. Αυτό συνδέεται είτε με την εγκατάλειψη παραδοσιακών χρήσεων γης είτε με την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη περιαστικών δασών, στα οποία κυριαρχεί ιδιαίτερα εύφλεκτη βλάστηση, όπως τα πεύκα.
Η Μεσόγειος αποτελεί παράλληλα μία από τις περιοχές του πλανήτη που πλήττονται εντονότερα από την κλιματική αλλαγή, με συχνότερους ακραίους καύσωνες και παρατεταμένες ξηρασίες. Η κλιματική αλλαγή δεν δημιούργησε τις μεσογειακές πυρκαγιές, οι οποίες αποτελούσαν πάντοτε μέρος ενός τοπίου με ξηρά και θερμά καλοκαίρια, έχει όμως ενισχύσει την ένταση και τις συνθήκες εξάπλωσής τους.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν βίωσε φέτος τόσο ακραίες θερμοκρασίες όσο άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν αναιρεί τη μακροπρόθεσμη αύξηση του κινδύνου. Όπως σημειώνει ο κ. Βουλγαράκης, εάν το καλοκαίρι ήταν θερμότερο, οι πυρκαγιές θα μπορούσαν να είναι ακόμη χειρότερες. Οι διακυμάνσεις του καιρού παραμένουν, αλλά τα καλοκαίρια με ακραία ζέστη εμφανίζονται ολοένα συχνότερα λόγω της υπερθέρμανσης του κλίματος.
Οι εξαιρετικά μεγάλες πυρκαγιές γίνονται συχνότερες στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Μεσόγειο. Αντίστοιχα φαινόμενα καταγράφονται πλέον πιο συχνά και σε υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη, όπως στη Βρετανία και τη Σκανδιναβία, αλλά και στη Βόρεια και Νότια Αμερική, στην Αυστραλία και τη Σιβηρία.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα εδάφη τύρφης στον Καναδά, στη Σκανδιναβία και στη Σιβηρία. Εκτάσεις που παλαιότερα δεν μπορούσαν να καούν επειδή παρέμεναν παγωμένες αρχίζουν, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, να γίνονται ευάλωτες στη φωτιά.
Η καύση τους μπορεί να απελευθερώσει στην ατμόσφαιρα μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα, ενισχύοντας περαιτέρω την υπερθέρμανση. Πρόκειται για μια πιθανή κλιματική ανάδραση, η ένταση της οποίας μελετάται από την ομάδα του Πολυτεχνείου Κρήτης σε συνεργασία με επιστήμονες της βόρειας Ευρώπης.
Ο κ. Βουλγαράκης είναι διευθυντής του Εργαστηρίου Ατμοσφαιρικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, το οποίο εξετάζει τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στην κλιματική αλλαγή, την ατμοσφαιρική ρύπανση και τις πυρκαγιές. Στο παρελθόν, ο ίδιος και η ομάδα του ηγήθηκαν, σε συνεργασία με τη μετεωρολογική υπηρεσία του ΗΒ, της ανάπτυξης του μοντέλου πυρκαγιών INFERNO. Το μοντέλο ενσωματώθηκε στο βρετανικό μοντέλο γήινου συστήματος UKESM1, ένα από τα βασικά διεθνή εργαλεία πρόγνωσης της εξέλιξης του κλίματος.
Η απάντηση στις μεγάλες πυρκαγιές δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταστολή τους αφού εκδηλωθούν. Σύμφωνα με τον καθηγητή, απαιτείται ολοκληρωμένη διαχείριση, βασισμένη στη γνώση διεπιστημονικών ομάδων και στη συνεργασία επιστημόνων, Αρχών και πολιτών.
Δασολόγοι, μετεωρολόγοι, μηχανικοί και κοινωνικοί επιστήμονες χρειάζεται να συνδυάσουν τις γνώσεις τους, καθώς οι πυρκαγιές δεν αποτελούν πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί από έναν μόνο επιστημονικό κλάδο.
Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην επιχειρησιακή αντιμετώπιση των πυρκαγιών, το μεγαλύτερο έλλειμμα εντοπίζεται στην πρόληψη. Η διαχείριση της βλάστησης, η δημιουργία διακοπών στη συνέχεια της καύσιμης ύλης και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δασικών και περιαστικών τοπίων αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις ώστε μια νέα εστία να μη μετατρέπεται εύκολα σε ανεξέλεγκτη καταστροφή.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Περισσότερες ειδήσεις
ΟΗΕ προς επιχειρήσεις: Βλέπουν τη φύση να χάνεται, αλλά… παραμένουν θεατές