Για χρόνια, η κυβερνοασφάλεια βασίστηκε σε μια σχεδόν αδιαμφισβήτητη παραδοχή: αν επενδύσεις αρκετά στην πρόληψη, τα σοβαρά περιστατικά μπορούν να αποφευχθούν.
Ισχυροί έλεγχοι περιμέτρου, πολυεπίπεδες άμυνες, τακτικές ενημερώσεις λογισμικού και ολοένα πιο εξελιγμένα εργαλεία ανίχνευσης θεωρούνταν η λύση. Όταν συνέβαιναν παραβιάσεις, αντιμετωπίζονταν ως αστοχίες εκτέλεσης – όχι ως ένδειξη ότι το ίδιο το μοντέλο ήταν ελαττωματικό.
Αυτή η προσέγγιση είχε νόημα σε ένα διαφορετικό περιβάλλον κυβερνοαπειλών. Οι επιθέσεις ήταν πιο γραμμικές και συχνά ευκαιριακές. Οι ομάδες ασφαλείας διέθεταν χρόνο για να αναλύσουν ειδοποιήσεις, να κλιμακώσουν περιστατικά και να παρέμβουν πριν οι εισβολείς φτάσουν σε κρίσιμα συστήματα. Τα διοικητικά συμβούλια ζητούσαν βεβαιότητα και η πρόληψη παρείχε ένα απλό και καθησυχαστικό αφήγημα.
Σήμερα όμως δεν έχει αλλάξει μόνο ο όγκος των επιθέσεων. Έχει αλλάξει η ταχύτητα και η προσαρμοστικότητά τους. Το λυτρισμικό/κακόβουλο λογισμικό εκβιασμού (ransomware) αποκάλυψε πόσο εύθραυστο είναι στην πράξη το μοντέλο «πρώτα η πρόληψη».
Παρόλα αυτά, πολλές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν στην ιδέα ότι «καλύτερα εργαλεία» θα κλείσουν τελικά το κενό. Στην πραγματικότητα, είναι απλώς πιο δύσκολο να παραδεχθεί κανείς ότι η παραβίαση δεν είναι πια θέμα «αν», αλλά «πότε».
Τα backup λειτούργησαν για χρόνια ως δίχτυ ασφαλείας. Στα χαρτιά, η λογική είναι απλή: κάτι πάει στραβά, επαναφέρεις τα δεδομένα και συνεχίζεις.
Στην πράξη, τα περιστατικά ransomware δείχνουν το αντίθετο.
Τα αντίγραφα είναι συχνά ελλιπή, παλιά ή δεν έχουν δοκιμαστεί σε πραγματικές συνθήκες. Και η επαναφορά δεδομένων αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος της αποκατάστασης.
Τα συστήματα πρέπει να ξαναχτιστούν, τα δίκτυα να επανασχεδιαστούν, οι κωδικοί να αλλάξουν, και να διασφαλιστεί ότι ο επιτιθέμενος δεν έχει πλέον πρόσβαση. Πολλές εταιρείες ανακαλύπτουν αργά ότι τα backup επαναφέρουν τις ίδιες ευπάθειες που εκμεταλλεύτηκε η επίθεση.
Σε επίπεδο διοίκησης, συχνά θεωρείται ότι η αποκατάσταση μετριέται σε ώρες, επειδή αυτό δείχνουν οι πίνακες ελέγχου.
Στην πραγματικότητα, οι κρίσεις εξελίσσονται πολύ πιο αργά. Κάθε απόφαση σταθμίζεται. Οι ομάδες διστάζουν – σωστά – γιατί μια πρόωρη επαναφορά μπορεί να οδηγήσει σε νέα μόλυνση ή απώλεια δεδομένων. Έτσι, ο χρόνος αποκατάστασης εκτοξεύεται πολύ πέρα από τις προσδοκίες της διοίκησης.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει αλλάξει ριζικά τους κανόνες υπέρ των επιτιθέμενων.
Ο αυτοματισμός τους επιτρέπει να κινούνται πλευρικά στα δίκτυα, να αποκτούν προνόμια και να εξάγουν δεδομένα σχεδόν αμέσως μετά την αρχική πρόσβαση. Η ανίχνευση δεν σημαίνει πλέον έλεγχο, όταν η ανάκαμψη παραμένει αργή, χειροκίνητη και κατακερματισμένη.
Η βιομηχανία επένδυσε επί χρόνια στην έγκαιρη προειδοποίηση. Πολύ λιγότερη προσοχή δόθηκε στο τι συμβαίνει μετά.
Οι επιθέσεις με τη βοήθεια AI συμπιέζουν τόσο πολύ το χρονικό παράθυρο μεταξύ παραβίασης και ζημιάς, ώστε η ταχεία ανάκαμψη γίνεται σημαντικότερη από την «τέλεια πρόληψη».
Σήμερα, η πραγματική ανθεκτικότητα δεν βασίζεται στο να κρατάς όλους τους εισβολείς έξω. Βασίζεται στο πόσο γρήγορα και με αυτοπεποίθηση μπορείς να επανέλθεις όταν «μπουν» μέσα.
Αυτό σημαίνει:
Η μεγαλύτερη ασυμμετρία σήμερα είναι ότι οι επιτιθέμενοι λειτουργούν συνεχώς, χωρίς κόπωση και χωρίς γραφειοκρατία, ενώ οι οργανισμοί βασίζονται σε επιτροπές και εγκρίσεις που επιβραδύνουν τις αντιδράσεις.
Το συμπέρασμα είναι απλό: Η ανθεκτικότητα δεν μετριέται πια από το πόσο καλά αποτρέπεις τις επιθέσεις, αλλά από το πόσο γρήγορα ανακάμπτεις.
Περισσότερες ειδήσεις
«Σκιώδες AI» στα γραφεία – Εργαζόμενοι παρακάμπτουν το IT και… εκθέτουν εταιρικά στοιχεία
QR codes: Το νέο όπλο του phishing – Πενταπλάσια αύξηση επιθέσεων στο β’ εξάμηνο του 2025
Antivirus ή (και) VPN; Ο πλήρης οδηγός για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο