Με μειωμένη οικοδομική δραστηριότητα και εμφανή σημάδια κόπωσης έκλεισε το 2025 για την αγορά νέων κατοικιών, επιβεβαιώνοντας ότι ο κύκλος έντονης ανάπτυξης των προηγούμενων ετών έχει περάσει. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η προσφορά νέων κατοικιών περιορίστηκε αισθητά, την ώρα που το 2026 ξεκινά με έναν νέο παράγοντα αβεβαιότητας, τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή και την κλιμάκωση της έντασης με επίκεντρο το Ιράν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο 11μηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2025 αδειοδοτήθηκαν πανελλαδικά 34.997 νέες κατοικίες, αριθμός μειωμένος κατά 20,6% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στην Αττική, όπου οι άδειες για νέες κατοικίες περιορίστηκαν σε 10.507, σημειώνοντας πτώση 17,8% σε ετήσια βάση. Τα μεγέθη αυτά αποτυπώνουν μια αγορά που κινήθηκε με σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, ιδίως κατά το πρώτο μισό του έτους.
Η βασική αιτία της κάμψης εντοπίζεται στις αλλαγές του θεσμικού πλαισίου δόμησης. Η κατάργηση των μπόνους του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού, μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δημιούργησε ένα παρατεταμένο διάστημα αβεβαιότητας στην αγορά. Κατά τους πρώτους μήνες του 2025, μεγάλο μέρος της οικοδομικής δραστηριότητας ουσιαστικά ανεστάλη, καθώς κατασκευαστές και επενδυτές περίμεναν να ξεκαθαρίσει τι μπορεί και τι δεν μπορεί πλέον να χτιστεί.
Προσύμφωνα αγοράς οικοπέδων και συμβάσεις αντιπαροχής επαναδιαπραγματεύθηκαν, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις έργα επανασχεδιάστηκαν ή μετατέθηκαν χρονικά, επειδή τα νέα πολεοδομικά δεδομένα δεν επέτρεπαν την ίδια εκμετάλλευση. Αν και από το καλοκαίρι και μετά παρατηρήθηκε σταδιακή προσαρμογή, η υστέρηση του πρώτου πενταμήνου αποτυπώθηκε καθαρά στο τελικό ισοζύγιο του έτους.
Το τελευταίο τρίμηνο του 2025 έφερε ορισμένα σημάδια σταθεροποίησης. Τον Νοέμβριο καταγράφηκε αύξηση των νέων κατοικιών που αδειοδοτήθηκαν σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024, τόσο σε πανελλαδικό επίπεδο όσο και στην Αττική. Παράλληλα, η μέση επιφάνεια και ο μέσος όγκος ανά κατοικία κινήθηκαν κοντά στα περσινά επίπεδα, δείχνοντας ότι τα έργα που τελικά προχώρησαν δεν ήταν απαραίτητα μικρότερης κλίμακας.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο σύνολο της χώρας, καταγράφηκαν νέες άδειες για την ανέγερση συνολικά 4.239 κατοικιών, 14% περισσότερες από τις 3.716 κατοικίες που είχαν αδειοδοτηθεί τον αντίστοιχο μήνα του 2024. Αντίστοιχα, οι κατοικίες αυτές ήταν συνολικής επιφάνειας 410.658 τ.μ. και 1,38 εκατ. κυβικών μέτρων όγκου, μεγέθη που αποτελούν ετήσια αύξηση κατά 10,7% και 10,4% αντίστοιχα. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αντιστρέψει τη συνολική εικόνα του έτους, το οποίο καταγράφεται ως χρονιά επιβράδυνσης και αναπροσαρμογής για την αγορά νέων κατοικιών.
Σε αυτό το ήδη απαιτητικό περιβάλλον, το 2026 ξεκίνησε με έναν ακόμη παράγοντα πίεσης, τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή και την εμπλοκή του Ιράν, που επαναφέρουν τη γεωπολιτική αβεβαιότητα στο προσκήνιο. Αν και η ελληνική αγορά κατοικίας δεν επηρεάζεται άμεσα, οι έμμεσες συνέπειες θεωρούνται κρίσιμες.
Η πρώτη και πιο άμεση επίπτωση αφορά το κόστος ενέργειας. Ενδεχόμενη παρατεταμένη ένταση στην περιοχή αυξάνει τις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής δομικών υλικών. Σε μια περίοδο όπου το κόστος κατασκευής παραμένει ήδη υψηλό, οι νέες ανατιμήσεις δυσκολεύουν την εκκίνηση νέων έργων και περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους των κατασκευαστών.
Παράλληλα, η γεωπολιτική αστάθεια επηρεάζει το χρηματοδοτικό περιβάλλον. Η διατήρηση πληθωριστικών πιέσεων περιορίζει τα περιθώρια χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, διατηρώντας το κόστος δανεισμού σε σχετικά υψηλά επίπεδα. Αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά τόσο για νέες επενδύσεις στην οικοδομή όσο και για τη ζήτηση στεγαστικών δανείων από τα νοικοκυριά.
Τέλος, η σύρραξη του 2026 ενδέχεται να επηρεάσει και τη διεθνή ζήτηση για ελληνικά ακίνητα. Παρότι η Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρείται ασφαλής επενδυτικός προορισμός, η εμπειρία δείχνει ότι σε περιόδους έντονης διεθνούς αβεβαιότητας οι ξένοι αγοραστές τείνουν να υιοθετούν στάση αναμονής, επιβραδύνοντας την απορρόφηση της νέας προσφοράς.
Συνολικά, το 2025 αποτέλεσε χρονιά καμπής για την αγορά νέων κατοικιών, ενώ το 2026 έχει ξεκινήσει με πρόσθετους κινδύνους που καθιστούν την πορεία της ακόμη πιο σύνθετη. Η οικοδομή δεν οδηγείται σε κατάρρευση, αλλά εισέρχεται σε φάση χαμηλότερων ταχυτήτων, όπου οι επενδυτικές αποφάσεις θα λαμβάνονται με μεγαλύτερη προσοχή και η προσφορά νέων κατοικιών θα παραμείνει περιορισμένη.
Περισσότερες ειδήσεις
Μπρα ντε φερ δήμων – οικοδομικών επιχειρήσεων ενώπιον του ΣτΕ για το Προεδρικό Διάταγμα του ΝΟΚ
Στρατηγική εδραίωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στη Ρουμανία με σιδηροδρομικά έργα ύψους 1 δισ. ευρώ
Στα 49 ευρώ «εκτοξεύει» την τιμή – στόχο της μετοχής της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ο τραπεζικός οίκος Santander