MENU

Πόρισμα – παρωδία για την κατάρρευση του FIR Αθηνών – Ακόμη ψάχνουν την πραγματική αιτία παρά την ολοκλήρωση της διερεύνησης

Ευθύνες στην ΥΠΑ για τα απαρχαιωμένα συστήματα αεροναυτιλίας, την έλλειψη καταγραφής και την κακή συνεργασία με τον ΟΤΕ

Άγνωστη παραμένει και κατόπιν του πορίσματος της ειδικής επιτροπής διερεύνησης που συστάθηκε η ακριβής γενεσιουργός αιτία που οδήγησε στην κατάρρευση των συστημάτων αεροαναυτιλίας προκαλώντας πολύωρο μπλακ άουτ στα αεροδρόμια της Ελλάδας στις 4 Ιανουαρίου. Παρά το γεγονός ότι το πόρισμα επιρρίπτει σαφείς ευθύνες στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) αναφορικά με τα απαρχαιωμένα συστήματα που εξακολουθεί να χρησιμοποιεί, σημειώνει ότι «η έλλειψη αρχείων καταγραφής λειτουργίας και ιχνηλάτησης σφαλμάτων κάνει αδύνατο τον εκ των υστέρων ακριβή προσδιορισμό» της γενιουργού αιτίας. Η διατύπωση αυτή αποτελεί σαφή ένδειξη ευθύνης της ΥΠΑ, η οποία λειτουργεί ως ο μοναδικός πιστοποιημένος πάροχος υπηρεσιών ATM/ANS στη χώρα.

Όπως προκύπτει από το πόρισμα, η ΥΠΑ λειτουργούσε κρίσιμα συστήματα χωρίς μηχανισμούς καταγραφής, χωρίς αρχεία συμβάντων και χωρίς δυνατότητα αναδρομικής ανάλυσης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά τη διερεύνηση, η εικόνα του τι πραγματικά συνέβη παραμένει αποσπασματική.

Το περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις συνέπειες της μακροχρόνιας διατήρησης παρωχημένων συστημάτων, της έλλειψης τηλεμετρίας και της απουσίας οργανωμένων διαδικασιών τεχνικής διαχείρισης κρίσεων.

Η Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν στελέχη της ΥΠΑ, του ΟΤΕ, της ΕΕΤΤ, καθώς και εκπρόσωποι του EUROCONTROL και της EASA, καταλήγει ότι το συμβάν προκλήθηκε από «ψηφιακό θόρυβο» στο σύστημα επικοινωνιών. Οι τεχνικοί της ΥΠΑ, σε συνεργασία με τα κλιμάκια της ΕΕΤΤ, κατέληξαν στην τελική διάγνωση του βασικού προβλήματος που είναι η ενεργοποίηση και ακούσια εκπομπή σε συνεχή βάση, εφεδρικών ραδιοφωνικών καναλιών της ΥΠΑ, που προκάλεσε τη φίμωση των βασικών ραδιοφωνικών καναλιών και ήταν ικανή να ακυρώσει την απρόσκοπτη και ασφαλή λειτουργία του συστήματος αεροναυτιλίας της ΥΠΑ, όπως αναφέρεται στο πόρισμα.

Τα απαρχαιωμένα συστήματα

Πίσω από τις τεχνικές περιγραφές του 13σέλιδου πορίσματος αναδεικνύεται ένα διαρθρωτικό πρόβλημα: τα συστήματα στα οποία βασίζεται η ΥΠΑ χαρακτηρίζονται ευθέως παρωχημένα και μη υποστηριζόμενα από τους κατασκευαστές τους με αποτέλεσμα την έλλειψη εγγυήσεων για τη λειτουργία τους. Επισημαίνεται μάλιστα ότι ο ΟΤΕ έχει συστήσει ήδη από το 2019 την αντικατάστασή τους με συστήματα που λειτουργούν σε ευρυζωνικά κυκλώματα. Τα κεντρικά συστήματα VCS και RCS, οι πομποδέκτες VHF και τα τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα SDH/PCM λειτουργούν χωρίς σύγχρονα εργαλεία παρακολούθησης, χωρίς end-to-end τηλεμετρία και χωρίς δυνατότητα καταγραφής σφαλμάτων.

«Ο εξοπλισμός της ΥΠΑ, καθώς και αυτός του ΟΤΕ που χρησιμοποιείται από την ΥΠΑ, δεν υποστηρίζονται πλέον από τους κατασκευαστές τους, οπότε και είναι αδύνατη η παροχή οποιονδήποτε εγγυήσεων για τη λειτουργία τους. Ο ΟΤΕ έχει ενημερώσει τους πελάτες του από το 2019 ότι η τεχνολογία SDH, και συνεπακόλουθα τα κυκλώματα μέσω PCM, HELLASCOM (Analog, 4W+E/M, HOTLINE, Μαγνητικά) είναι End Of Support και θα έπρεπε να αντικατασταθούν σταδιακά από κυκλώματα E-Line και IPVPN. Η ΥΠΑ θα έπρεπε να είχε προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αντικατάστασή τους με συστήματα που λειτουργούν σε ευρυζωνικά (IP) κυκλώματα» τονίζεται.

Η Επιτροπή σημειώνει ότι ο αποσυγχρονισμός των διατάξεων και διεπαφών μπορεί να προκληθεί από πληθώρα παραγόντων – από αστάθεια υλικού και δυσλειτουργία χρονισμού έως θερμικές παρενέργειες ή βυθίσεις τροφοδοσίας. Ωστόσο, η έλλειψη των απαραίτητων εργαλείων – αρχείων καταγραφής και μηχανισμών ιχνηλάτησης – εμποδίζει να καταδειχθεί ποιος από αυτούς τους παράγοντες υπήρξε καθοριστικός.

Κατά τη διάρκεια του περιστατικού, διαπιστώθηκε η ακούσια ενεργοποίηση εφεδρικών ραδιοφωνικών καναλιών της ΥΠΑ σε μη στελεχωμένους σταθμούς ανά την επικράτεια. Οι εκπομπές αυτές προκάλεσαν φίμωση των βασικών καναλιών και σοβαρή υποβάθμιση της επικοινωνίας αέρος – εδάφους. Η Επιτροπή χαρακτηρίζει τη διαχείριση των πομποδεκτών μέσω του κεντρικού συστήματος VCS «ασταθή και με πλήρη έλλειψη τηλεμετρίας», επισημαίνοντας ότι η ανίχνευση και η διάγνωση των προβλημάτων ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα.

Παρωχημένα και ελλιπή συστήματα και έλλειψη συνεργασίας

Η καθυστέρηση στην ανίχνευση της δυσλειτουργίας αποδίδεται, σύμφωνα με το πόρισμα, αφενός στην απουσία end-to-end εποπτείας των κυκλωμάτων την ώρα που το κέντρο λειτουργίας δικτύου του ΟΤΕ «έβλεπε» τα κυκλώματα ως λειτουργικά.

Ταυτόχρονα η Επιτροπή αναφέρεται ξεκάθαρα σε κακή συνεργασία μεταξύ των τεχνικών της ΥΠΑ και του ΟΤΕ, η οποία καθυστέρησε περαιτέρω τη διαδικασία ανίχνευσης και αποκατάστασης του εκτεταμένου προβλήματος.

«Κατά την διάρκεια της αντιμετώπισης του περιστατικού, διαπιστώνεται ότι υπήρξε καθυστέρηση της ανίχνευσης της δυσλειτουργίας των τηλεπικοινωνιακών διεπαφών/διατάξεων. Αυτό οφείλεται αφενός στην έλλειψη από άκρη σε άκρη (end to end) τηλεμετρίας και ιχνηλάτησης σφαλμάτων των κυκλωμάτων και του γεγονότος ότι το κέντρο λειτουργίας δικτύου του ΟΤΕ έβλεπε τα κυκλώματα αυτά ως λειτουργικά και αφετέρου στη μακράν του βέλτιστου συνεργασία μεταξύ των τεχνικών της ΥΠΑ και αυτών του ΟΤΕ», αναφέρεται χωρίς περιστροφές στο πόρισμα.

Οπως προκύπτει, παρότι ενεργοποιήθηκαν άμεσα διαδικασίες έκτακτης ανάγκης και συγκροτήθηκε Ομάδα Αντιμετώπισης Κρίσεων, η Επιτροπή καταγράφει ότι η συνεργασία σε τεχνικό επίπεδο μεταξύ ΥΠΑ και ΟΤΕ ήταν «μακράν του βέλτιστου».

«Η συνεργασία όμως είναι κάτι που μπορεί και επιβάλλεται να βελτιωθεί δραστικά για να μπορέσουν να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που δημιουργεί η παλαιότητα του συστήματος», σημειώνεται σε άλλο σημείο του πορίσματος.

Η Επιτροπή, πάντως, αποκλείει ρητά κάθε ενδεχόμενο κυβερνοεπίθεσης ή κακόβουλης ενέργειας. Από το πόρισμα προκύπτει ότι οι έλεγχοι φάσματος, τόσο επίγειοι όσο και εναέριοι, δεν εντόπισαν παρεμβολές από τρίτες πηγές, ενώ τα κρίσιμα συστήματα της ΥΠΑ είναι απομονωμένα σε φυσικό επίπεδο από το διαδίκτυο. Η εξέλιξη του συμβάντος θεωρείται πλήρως συμβατή με τεχνική αστοχία υποδομής.

Παρά το εκτεταμένο πρόβλημα, οι διερευνητές σημειώνουν ότι δεν διαπιστώθηκε ζήτημα άμεσης αεροπορικής ασφάλειας. Δεν καταγράφηκαν παραβιάσεις ελαχίστων διαχωρισμών, ενώ τα μέτρα που εφαρμόστηκαν – zero rate, κλείσιμο τομέων και περιορισμένη εξυπηρέτηση – λειτούργησαν προληπτικά και σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Οι συστάσεις της Επιτροπής

Σύμφωνα με την Επιτροπή, άμεση προτεραιότητα θεωρείται η προμήθεια και θέση σε επιχειρησιακή λειτουργία των συστημάτων πομποδεκτών Voice over IP για τις επικοινωνίες αέρος-εδάφους και των τηλεφωνικών Voice over IP συστημάτων εδάφους-εδάφους. Η εγκατάσταση των εν λόγω συστημάτων σε συνδυασμό με την προμήθεια, εγκατάσταση και λειτουργία των νέων συστημάτων VCS/RCS θα αντιμετωπίσει οριστικά τις ελλείψεις επικοινωνιών.

Ωστόσο μέχρι να γίνει αυτό, θα πρέπει να συγκροτηθεί κοινή ομάδα ΥΠΑ/ΟΤΕ για την αντιμετώπιση περιστατικών δυσλειτουργίας του συστήματος. Η ομάδα θα πρέπει να προχωρήσει:

  • Την λεπτομερή καταγραφή του συνολικού συστήματος με επιμόρφωση της κάθε πλευράς στα συστήματα της άλλης, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να κατανοήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα την αιτία των τυχών προβλημάτων και να εφαρμόσει κατάλληλες λύσεις.
  • Εξέταση βελτιώσεων της σημερινής αρχιτεκτονικής του συστήματος με καλύτερη κατανομή των πομπών και δεκτών στους υπάρχοντες τηλεπικοινωνιακούς πόρους και αύξησης διαθεσιμότητα του συστήματος με επιπλέον τηλεπικοινωνιακούς πόρους.
  • Δημιουργία και ενημέρωση Βάσης Δεδομένων με περιστατικά και την αντιμετώπισή τους στο παρελθόν, ώστε να υπάρχει καταγεγραμμένη και προσβάσιμη άμεσα η πληροφορία.

Η Επιτροπή συστήνει επίσης στην ΥΠΑ σε συνεργασία με τον ΟΤΕ να καταρτίσει ειδικές διαδικασίες διαχείρισης κρίσεων. Οι διαδικασίες αυτές να δοκιμάζονται σε τακτική βάση και να περιλαμβάνουν την κατάλληλη εκπαίδευση των εμπλεκόμενων ομάδων τεχνικών.

Επιπλέον ξεκαθαρίζει ότι θα πρέπει να ενισχυθεί η δυνατότητα ιχνηλάτισης προβλημάτων και γρήγορης επέμβασης σε κομβικά σημεία του συστήματος, καθώς επίσης και η εποπτεία Φάσματος Ραδιοσυχνοτήτων από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) ώστε να μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικά στον έγκαιρο εντοπισμό τυχόν παρεμβολών.

Επιπροσθέτως, θα πρέπει να εξεταστεί η μετεγκατάσταση του ΚΕΠΑΘΜ σε κατάλληλο χώρο ώστε να διασφαλισθεί η αδιάλειπτη και ασφαλής παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

H «δικαίωση των Ελεγκτών»

Ως πλήρη δικαίωση των διαχρονικών καταγγελιών τους χαρακτηρίζουν οι Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας το πόρισμα της επιτροπής διερεύνησης για το σοβαρό περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου 2026.

Όπως επισημαίνει η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας, το πόρισμα επιβεβαιώνει ότι ο Έλεγχος Εναέριας Κυκλοφορίας στη χώρα λειτουργεί με απαρχαιωμένο εξοπλισμό, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας.

Σύμφωνα με τους Ελεγκτές, η παράθεση του ιστορικού των γεγονότων αποτυπώνει με σαφήνεια τις συνθήκες έντονης πίεσης υπό τις οποίες εργάστηκαν οι βάρδιες το πρωί του συμβάντος, καθώς και το διοικητικό αλαλούμ που επικράτησε. Όπως τονίζουν, η ίδια η έκθεση καταγράφει πολύωρη καθυστέρηση στη διάγνωση της αιτίας και έλλειψη ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ των στελεχών της Διοίκησης της Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν οι Ελεγκτές στην αναφορά του πορίσματος ότι δεν κατέστη δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της αιτίας του συμβάντος, το οποίο αποδίδεται σε «πληθώρα λόγων». Όπως σημειώνουν, η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι δεν υπάρχει δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας για το σύστημα φωνητικών επικοινωνιών, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια της καθημερινής λειτουργίας.

Οι Ελεγκτές υπογραμμίζουν ότι η ασφαλής έκβαση του περιστατικού δεν ήταν αποτέλεσμα διοικητικών χειρισμών, αλλά οφείλεται αποκλειστικά στον επαγγελματισμό των ίδιων και στην απόφαση για επιβολή zero rate, δηλαδή το κλείσιμο του εναέριου χώρου. Όπως αναφέρουν, το πόρισμα καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι η συγκεκριμένη απόφαση απέτρεψε μια ενδεχομένως πολύ σοβαρότερη εξέλιξη.

Παράλληλα, εκφράζουν έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι, παρά τα συμπεράσματα του πορίσματος, η Διοίκηση επέλεξε την άμεση επαναφορά των χωρητικοτήτων στο 100%, χωρίς προηγούμενη εκτίμηση ασφάλειας και χωρίς σταδιακή αύξηση. Όπως επισημαίνουν, κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με όσα προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί και καθιστά αδύνατη την ασφαλή εξυπηρέτηση της αυξημένης θερινής κίνησης.

Τέλος, οι Ελεγκτές επαναφέρουν το ζήτημα των καθυστερήσεων στην εγκατάσταση των νέων πομποδεκτών VHF, υποστηρίζοντας ότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες διοικητικές αστοχίες, ο εξοπλισμός θα είχε ήδη παραληφθεί και το περιστατικό ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί. Με βάση τα παραπάνω, ζητούν άμεση πολιτική παρέμβαση από το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, ώστε να μειωθούν οι χωρητικότητες και να διασφαλιστεί η ασφάλεια των πτήσεων.

Περισσότερες ειδήσεις

Ναυάγιο στον… αέρα – Το χρονικό και οι αιτίες ενός προαναγγελθέντος μπλακ άουτ στα αεροδρόμια της Ελλάδας

Αεροναυτιλία: Η «ακτινογραφία» της κατάρρευσης και ο εκσυγχρονισμός που… περιμένει

Τέλος το «κόλπο» του CO2: Η ΕΕ απαγορεύει σε 21 αεροπορικές να πωλούν το ψέμα της «ουδέτερης πτήσης»

Σχετικά Άρθρα