Με τις επενδύσεις να δίνουν τον τόνο και τους εμπορικούς δρόμους πρώτης προβολής να διατηρούν τη δυναμική τους, το ελληνικό λιανεμπόριο ολοκλήρωσε το 2025 σε μια φάση σταθεροποίησης με επιλεκτική ανάπτυξη. Παρά τη συνεχιζόμενη επιφυλακτικότητα των καταναλωτών και τη συγκρατημένη εικόνα της κατανάλωσης, η αγορά εξακολουθεί να προσελκύει διεθνή brands και κεφάλαια, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της Ελλάδας ως ώριμου αλλά ελκυστικού retail προορισμού.
Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Cushman & Wakefield Proprius, οι επενδύσεις στον κλάδο ανήλθαν στα 294 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας σαφή αύξηση σε σχέση με προηγούμενα έτη και αντικατοπτρίζοντας την ενισχυμένη εμπιστοσύνη των επενδυτών στο ελληνικό retail real estate. Στο επίκεντρο βρέθηκαν ακίνητα υψηλής προβολής και ιστορικά κτίρια, με συναλλαγές που συνδυάζουν οικονομική αξία και ισχυρό συμβολισμό για την εμπορική αναβάθμιση των αστικών κέντρων.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η πώληση του χαρτοφυλακίου γραφείων και λιανικής της Milora από την Prodea REIC στον Όμιλο Yoda, αλλά και η εξαγορά του ιστορικού κτιρίου του Μινιόν από την Alpha Bank. Η τελευταία συναλλαγή θεωρείται ιδιαίτερα κομβική, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο ένα εμβληματικό ακίνητο του αθηναϊκού εμπορίου, σε μια περίοδο κατά την οποία το κέντρο της πρωτεύουσας επιχειρεί να ανακτήσει τον εμπορικό του ρόλο.
Παράλληλα με τις επενδύσεις, το 2025 χαρακτηρίστηκε από έντονη κινητικότητα διεθνών αλυσίδων, με έμφαση στα flagship καταστήματα και στις στρατηγικές τοποθεσίες. Το άνοιγμα του νέου flagship της Massimo Dutti στον Πειραιά, συνολικής επιφάνειας 1.100 τ.μ., αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αυξανόμενης σημασίας του λιμανιού ως εμπορικού προορισμού.
Την ίδια στιγμή, η είσοδος της Taco Bell στο The Mall Athens και το πρώτο κατάστημα Tesla στη λεωφόρο Κηφισίας επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική αγορά παραμένει ελκυστική για brands με διαφορετικό προφίλ, από το mass market έως την τεχνολογία και την εμπειρική λιανική. Σημαντικές θεωρούνται και οι προετοιμασίες για το πρώτο ελληνικό flagship της ARKET, καθώς και η ενίσχυση της παρουσίας της COS στο City Link.
Στο luxury segment, η είσοδος της Chloé Boutique και το πρώτο κατάστημα της Jimmy Choo στην Ελλάδα ενισχύουν το προφίλ της Αθήνας ως city-break προορισμού υψηλού επιπέδου, με τον τουρισμό να λειτουργεί ως βασικός μοχλός ζήτησης για premium λιανική.
Η επενδυτική κινητικότητα έρχεται σε αντίθεση με τη συγκρατημένη συμπεριφορά των καταναλωτών. Η ελληνική οικονομία κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2,3%, με την ανεργία να διαμορφώνεται στο 7,5%, ενώ οι λιανικές πωλήσεις σημείωσαν αύξηση 4,2% τον Οκτώβριο και 4,3% τον Νοέμβριο.
Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει ότι το αυξημένο κόστος ζωής εξακολουθεί να επηρεάζει τις αποφάσεις των νοικοκυριών, περιορίζοντας κυρίως τις διακριτικές δαπάνες, ακόμη και σε περιόδους παραδοσιακά αυξημένης κατανάλωσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι εμπορικοί δρόμοι πρώτης προβολής αποδεικνύονται ιδιαίτερα ανθεκτικοί. Η Ερμού διατηρεί τον τίτλο του ακριβότερου εμπορικού δρόμου της χώρας με prime ενοίκια 310 ευρώ/τ.μ./μήνα και αποδόσεις 5,15%, βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό και τη μαζική κατανάλωση.
Η Βουκουρεστίου ακολουθεί με ενοίκια 300 ευρώ/τ.μ. και αντίστοιχες αποδόσεις, λειτουργώντας ως ο κατεξοχήν luxury άξονας της πρωτεύουσας. Στο Κολωνάκι, τα ενοίκια διαμορφώνονται σε χαμηλότερα επίπεδα (115 ευρώ/τ.μ.), με αποδόσεις 6,20%, αντανακλώντας έναν πιο «κλειστό» αλλά σταθερό εμπορικό χαρακτήρα.
Η Γλυφάδα συνεχίζει να ενισχύει τη θέση της ως ισχυρός νότιος εμπορικός πόλος, με ενοίκια 160 ευρώ/τ.μ. και αποδόσεις 6,00%, ενώ η Κηφισιά διατηρεί τον χαρακτήρα της ως mid-to-up market αγορά, με ενοίκια 120 ευρώ/τ.μ. και αποδόσεις 6,40%. Στον Πειραιά, όπου καταγράφεται αυξανόμενο ενδιαφέρον, τα prime ενοίκια διαμορφώνονται στα 100 ευρώ/τ.μ., με αποδόσεις επίσης 6,40%.
Εκτός Αθηνών, η Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη παραμένει ο κυρίαρχος εμπορικός άξονας της Βόρειας Ελλάδας, με ενοίκια 160 ευρώ/τ.μ. και αποδόσεις 5,90%, ενώ στην Πάτρα, η Αγίου Νικολάου κινείται στα 90 ευρώ/τ.μ. και αποδόσεις 6,50%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερότητα της περιφερειακής αγοράς.
Στον τομέα των εμπορικών κέντρων, η εικόνα παραμένει ξεκάθαρη: Η Αθήνα συγκεντρώνει σχεδόν το σύνολο της νέας ανάπτυξης. Το υφιστάμενο απόθεμα στην πρωτεύουσα ανέρχεται σε 282.750 τ.μ., ενώ στο pipeline βρίσκονται επιπλέον 120.000 τ.μ., ενισχύοντας περαιτέρω την κυριαρχία της.
Αντίθετα, σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Λάρισα και η Κόρινθος, δεν καταγράφεται νέο απόθεμα υπό ανάπτυξη, με τη συνολική επιφάνεια εμπορικών κέντρων στη χώρα να διαμορφώνεται στα 494.350 τ.μ. Η περιορισμένη νέα προσφορά εκτός Αθηνών λειτουργεί, προς το παρόν, υποστηρικτικά για τις αποδόσεις των υφιστάμενων κέντρων.
Συνολικά, το ελληνικό λιανεμπόριο στο τέλος του 2025 εμφανίζει διπλή εικόνα: Από τη μία πλευρά, έναν καταναλωτή που εξακολουθεί να μετρά τις δαπάνες του· από την άλλη, μια αγορά που προσελκύει επενδύσεις, διεθνή brands και στρατηγικές κινήσεις σε ακίνητα υψηλής αξίας. Το μεγάλο στοίχημα για το 2026 θα είναι αν η επενδυτική δυναμική και η βελτίωση του οικονομικού κλίματος μπορέσουν να μεταφραστούν σε ουσιαστική ανάκαμψη της κατανάλωσης, μετατρέποντας τη σημερινή ανθεκτικότητα σε πραγματική ανάπτυξη.
Περισσότερες ειδήσεις