Με την ελπίδα ότι οι καιρικές συνθήκες και η χαμηλή ζήτηση των επόμενων μηνών – τουλάχιστον έως τον Μάιο – θα συγκρατήσουν τις τιμές του ηλεκτρισμού σε «λογικά» επίπεδα παρά την άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου και βεβαίως του πετρελαίου η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ φαίνεται ότι επί του παρόντος έχει επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στην επάρκεια εφοδιασμού της χώρας με ενεργειακά προϊόντα και δηλώνει ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
Χθες (3/3) ήταν η τέταρτη ημέρα του πολέμου στη Μέση Ανατολή και τίποτε δεν προοιωνίζεται σύντομη αποκλιμάκωση, ενώ η ενεργειακή αγορά της Ευρώπης δέχεται ήδη ισχυρό σοκ, αφού το φυσικό αέριο καταγράφει εκρηκτική άνοδο και η ηλεκτρική ενέργεια προφανώς θα ακολουθήσει.
Το κλείσιμο των Στενά του Ορμούζ – απ’ όπου διέρχεται περίπου το 20-25% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και LNG – έχει πυροδοτήσει αλυσιδωτές αναταράξεις. Αν και η Ελλάδα δεν εξαρτάται άμεσα από τις χώρες του Κόλπου για το μεγαλύτερο μέρος των φορτίων LNG, η ευρωπαϊκή αγορά λειτουργεί ως συγκοινωνούν δοχείο: Οι ελλείψεις και ο αυξημένος ανταγωνισμός για φορτία οδηγούν σε γενικευμένη άνοδο τιμών.
Η τιμή του φυσικού αερίου στο ολλανδικό hub TTF κατέγραψε ενδοσυνεδριακό υψηλό στα 65,415 ευρώ/MWh – το υψηλότερο επίπεδο από το 2023 – πριν κλείσει στα 53,605 ευρώ/MWh, σημειώνοντας ημερήσια άνοδο άνω του 20%. Σε σχέση με τα επίπεδα της περασμένης Παρασκευής, πριν την έναρξη των επιθέσεων, η αύξηση προσεγγίζει το 40%.
Σε ότι αφορά το πετρέλαιο Brent, πριν το κλείσιμο της αγοράς ήταν κοντά στα 80 δολάρια ανά βαρέλι, με άνοδο 3% σε σχέση με το επίπεδο της Δευτέρας. Θεωρείται ότι πλέον είναι ορατή μία τιμή κοντά στα 90 δολάρια/βαρέλι.
Την ίδια ώρα τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται μόλις στο 31% της χωρητικότητας, χαμηλότερα από το 40% που καταγραφόταν στις αρχές Μαρτίου 2025, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης κραδασμών. Παράλληλα, το Κατάρ – που καλύπτει περίπου το 15% των εισαγωγών LNG της Ευρώπης – έχει διακόψει τη λειτουργία μονάδων παραγωγής, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ της Ευρώπης και των ασιατικών αγορών. Άλλωστε όπως δηλώνουν καλά ενημερωμένες πηγές όλα θα εξαρτηθούν από το premium στις τιμές του φυσικού αερίου που θα προσφέρουν οι ασιατικές χώρες για να αποσπάσουν φορτία από την Ευρώπη.
Η εκτίναξη του φυσικού αερίου μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Ελλάδα, το φυσικό αέριο παραμένει βασικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή, ιδίως σε περιόδους υψηλής ζήτησης ή χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ. Όταν αυξάνεται το κόστος καυσίμου, αυξάνεται και η οριακή τιμή συστήματος, δηλαδή η τιμή χονδρικής του ρεύματος.
Ήδη στην αγορά προθεσμιακών συμβολαίων παρατηρούνται ανοδικές τάσεις, με τους παρόχους να προεξοφλούν αυξημένο κόστος για τους επόμενους μήνες. Εάν οι τιμές του αερίου διατηρηθούν κοντά στα 60 ευρώ/MWh, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα υπάρξει νέος γύρος ανατιμήσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας συγκάλεσε χθες (3/3) δύο διαδοχικές συσκέψεις με τη συμμετοχή της ΡΑΑΕΥ και των πετρελαϊκών εταιριών Motor Oil και Helleniq Energy και στη συνέχεια με τη ΡΑΑΕΥ και τη συμμετοχή όλων όσων εμπλέκονται στην αγορά φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού, δηλαδή του ΔΕΣΦΑ, του ΑΔΜΗΕ, του ΔΕΔΔΗΕ, της ΔΕΠΑ της ΔΕΗ, του Ήρωνα, της Enerwave, της Metlen και της Motor Oil. Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα αποθέματα, οι ροές προμήθειας και τα πιθανά σενάρια κρίσης.
Σύμφωνα με τις επίσημες διαβεβαιώσεις, η χώρα διαθέτει πετρελαϊκά αποθέματα άνω των υποχρεωτικών 90 ημερών και επαρκείς προγραμματισμένες αφίξεις LNG, ενώ η μειωμένη εποχικά ζήτηση προσφέρει ένα προσωρινό «μαξιλάρι». Ωστόσο, πηγές της αγοράς αναγνωρίζουν ότι εάν η κρίση παραταθεί, οι πιέσεις θα μεταφερθούν αναπόφευκτα στους τελικούς καταναλωτές.
Η άνοδος του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού ενέχει σοβαρό κίνδυνο επανεπιτάχυνσης του πληθωρισμού στην Ευρώπη. Το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα τη βιομηχανία, τις μεταφορές και την αγροτική παραγωγή, διαχέοντας αυξήσεις σε όλο το φάσμα της οικονομίας. Μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να ανακόψει την αναπτυξιακή δυναμική και να καθυστερήσει την αποκλιμάκωση των επιτοκίων.
Περισσότερες ειδήσεις