Με καθυστερήσεις, δικαστικές εμπλοκές, τοπικές αντιστάσεις αλλά και οικονομικούς όρους που δυσκολεύουν τη βιωσιμότητα των έργων, το Υπερταμείο βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα νέο κύκλο εμποδίων στην προσπάθεια αξιοποίησης σημαντικών ακινήτων του χαρτοφυλακίου του. Το σκηνικό αυτό αποτυπώνεται καθαρά σε τρεις εμβληματικές υποθέσεις, το Ολυμπιακό Ιππικό Κέντρο στο Μαρκόπουλο, το εμπορευματικό κέντρο της Φυλής και τη Μαρίνα Αρετσούς στην Καλαμαριά.
Κοινός παρονομαστής και στις τρεις περιπτώσεις είναι ότι, ενώ πρόκειται για projects με διαφορετική φυσιογνωμία και διαφορετικό βαθμό ωρίμανσης, η πορεία τους συναντά σοβαρές δυσκολίες, που ξεκινούν από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και νέες προσφυγές, μέχρι υψηλά ανταλλάγματα, απώλεια χρηματοδοτήσεων και αντιδράσεις από τις τοπικές κοινωνίες.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ολυμπιακού Ιππικού Κέντρου στο Μαρκόπουλο, όπου το Υπερταμείο επιχειρεί για δεύτερη φορά να προχωρήσει στην αξιοποίηση του ακινήτου από ιδιώτη. Ο διαγωνισμός βρίσκεται και πάλι στον αέρα, καθώς το χρονοδιάγραμμα αναθεωρήθηκε και η διαδικασία μετατίθεται ουσιαστικά έως τα τέλη Ιουνίου 2026.
Σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα, στις 21 Μαΐου 2026 προβλέπεται η ανάρτηση στο VDR του προσχεδίου του Συμβολαίου Επιφανείας, ενώ έως την 1η Ιουνίου θα μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν σχόλια. Στις 25 Ιουνίου θα αναρτηθεί το οριστικό σχέδιο του Συμβολαίου Επιφανείας, στις 26 Ιουνίου λήγει η δυνατότητα επισκέψεων στο ακίνητο, στις 27 Ιουνίου είναι η καταληκτική ημερομηνία για ερωτήματα σχετικά με τον διαγωνισμό, στις 28 Ιουνίου ολοκληρώνεται η ανάρτηση στοιχείων στο VDR και στις 30 Ιουνίου 2026 ορίζεται πλέον η νέα καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών. Με άλλα λόγια, ο διαγωνισμός παίρνει για τρίτη φορά παράταση έως τον Ιούνιο, σε μια προσπάθεια να δοθεί περισσότερος χρόνος στους επενδυτές, αλλά και να αντιμετωπιστούν οι εκκρεμότητες που παραμένουν ανοιχτές.
Η νέα αυτή προσπάθεια έρχεται μετά το ναυάγιο της πρώτης διαδικασίας. Το 2023, όταν είχε διενεργηθεί ο προηγούμενος διαγωνισμός, είχε κατατεθεί μία μόνο προσφορά, από την Aplekton Holdings, συμφερόντων του Δημήτρη Μελισσανίδη. Το προσφερόμενο τίμημα ανερχόταν σε 6,5 εκατ. ευρώ, ενώ προβλεπόταν και ετήσιο μίσθωμα περίπου 180.000 ευρώ. Ωστόσο, η διαδικασία δεν προχώρησε, καθώς προσέκρουσε στην προσφυγή της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ιππασίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η απόφαση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου αποδείχθηκε καθοριστική. Το ΣτΕ έκρινε ότι το ΕΣΧΑΔΑ, μέσω του οποίου επιχειρούνταν η αξιοποίηση, ερχόταν σε σύγκρουση με το Ρυμοτομικό Σχέδιο της Αθήνας. Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη διατήρηση της αθλητικής ιππασίας ως βασικής χρήσης του ακινήτου. Παρότι η απόρριψη του ΕΣΧΑΔΑ δεν οδηγούσε αυτομάτως σε ακύρωση του ίδιου του διαγωνισμού, στην πράξη η απόφαση πάγωσε τη διαδικασία, καθώς ο αρχικός επενδυτής αποσύρθηκε.
Ακριβώς γι’ αυτό, στο νέο μοντέλο αξιοποίησης έχει επιχειρηθεί ουσιαστική προσαρμογή. Ο σχεδιασμός πλέον προβλέπει κατά βάση ιππικές χρήσεις, ώστε να διατηρηθεί ο χαρακτήρας του ακινήτου και να αποφευχθεί νέα σύγκρουση με το χωροταξικό και πολεοδομικό πλαίσιο. Επιπλέον, η αξιοποίηση δεν προωθείται αυτή τη φορά μέσω ΕΣΧΑΔΑ. Παρ’ όλα αυτά, ούτε αυτή η αναδιατύπωση φαίνεται να εκτόνωσε τις αντιδράσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ελληνική Ομοσπονδία Ιππασίας έχει επανέλθει με νέα προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας να ακυρωθεί και ο νέος διαγωνισμός.
Αν στο Μαρκόπουλο το βασικό αγκάθι είναι νομικό και θεσμικό, στη Φυλή το πρόβλημα εστιάζεται πρωτίστως στην οικονομική αρχιτεκτονική του έργου. Η προοπτική δημιουργίας εμπορευματικού κέντρου, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως υποδοχέας για τα εμπορευματικά πρακτορεία του Ελαιώνα, φαίνεται να οδηγείται σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα ο διαγωνισμός αξιοποίησης του ακινήτου να κινδυνεύει σοβαρά με αποτυχία.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, καθοριστικό ρόλο στο αδιέξοδο παίζουν τόσο οι απαιτήσεις της δημοτικής αρχής όσο και η αδράνεια της κεντρικής διοίκησης να δώσει εγκαίρως λύσεις. Το οικονομικό αντάλλαγμα που ζητείται θεωρείται αποτρεπτικό για κάθε σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον. Ειδικότερα, το πακέτο περιλαμβάνει εφάπαξ τίμημα 9 εκατ. ευρώ, ετήσιο μίσθωμα 2,5 εκατ. ευρώ για 35 χρόνια – δηλαδή συνολικά 87,5 εκατ. ευρώ σε ονομαστικές τιμές – καθώς και ποσοστό 6% επί των ακαθάριστων εσόδων του παραχωρησιούχου.
Κατά πηγές της αγοράς, το συνολικό αυτό τίμημα υπερβαίνει τα 100 εκατ. ευρώ σε παρούσα αξία. Με δεδομένο ότι το ακίνητο εκτείνεται σε 437 στρέμματα, το κόστος αυτό αντιστοιχεί σε αποτίμηση άνω των 200.000 ευρώ ανά στρέμμα. Εάν δε σε αυτό προστεθεί και το κόστος ανάπτυξης του εμπορευματικού κέντρου, που εκτιμάται σε τουλάχιστον 150 εκατ. ευρώ, τότε το συνολικό επενδυτικό βάρος προσεγγίζει τα 250 εκατ. ευρώ προτού καν ο ανάδοχος αρχίσει να αποκομίζει έσοδα. Υπό αυτούς τους όρους, το project μοιάζει εξαιρετικά δύσκολο να «βγει» εμπορικά.
Η τρίτη περίπτωση είναι διαφορετική, καθώς αφορά ένα project που δεν πάσχει από έλλειψη ενδιαφέροντος. Αντιθέτως, ο διαγωνισμός για τη Μαρίνα Αρετσούς στην Καλαμαριά προχωρά με έντονη συμμετοχή μεγάλων επενδυτικών σχημάτων, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για ένα από τα πλέον ελκυστικά περιουσιακά στοιχεία του χαρτοφυλακίου του Υπερταμείου. Την ίδια στιγμή, όμως, η αναπτυξιακή δυναμική του έργου συμβαδίζει με ισχυρές τοπικές αντιρρήσεις, προσφυγές και προσπάθεια κοινωνικής κινητοποίησης.
Πέντε ισχυρά σχήματα έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον: η ΤΕΚΑΛ Α.Ε., η Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε., η AVAX Group, η Lamda Marinas και η R.E.D.S. Α.Ε. Το εύρος των υποψηφίων αποτυπώνει τη βαρύτητα του project, καθώς πρόκειται για μια μαρίνα με υψηλή στρατηγική σημασία για τον θαλάσσιο τουρισμό στη Βόρεια Ελλάδα. Η παραχώρηση προβλέπεται να έχει διάρκεια τουλάχιστον 35 ετών, με δυνατότητα παράτασης για άλλα 10 χρόνια, στοιχείο που αναδεικνύει τον μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα.
Η διαγωνιστική διαδικασία έχει ήδη περάσει στο στάδιο της αξιολόγησης των φακέλων εκδήλωσης ενδιαφέροντος, προκειμένου να επιλεγούν εκείνοι που θα προκριθούν στη δεύτερη φάση και θα κληθούν να καταθέσουν δεσμευτικές προσφορές. Αυτό σημαίνει ότι η αξιοποίηση βρίσκεται σε σχετικά ώριμο σημείο και, από την πλευρά του Υπερταμείου, αντιμετωπίζεται ως ένα project που μπορεί να προχωρήσει.
Σε θεσμικό επίπεδο, το έργο διαθέτει ήδη σημαντική προεργασία. Το Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης, δηλαδή το master plan της μαρίνας, εγκρίθηκε με Προεδρικό Διάταγμα το 2023, έπειτα και από την έγκριση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 2025, ολοκληρώθηκε και η χωροθέτηση της μαρίνας με την έκδοση της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης, η οποία προσδιορίζει και τους περιβαλλοντικούς όρους της ανάπτυξης.
Ο σχεδιασμός προβλέπει ήπια δόμηση και συνδυασμό τουριστικών και ψυχαγωγικών χρήσεων με υποδομές υποστήριξης σκαφών. Περιλαμβάνει χώρους συντήρησης και αποθήκευσης, αλλά και εκτεταμένους κοινόχρηστους χώρους, διαδρομές περιπάτου και άθλησης, περιοχές πρασίνου και ελεύθερη πρόσβαση για το κοινό. Παράλληλα, αυξάνεται η δυναμικότητα της μαρίνας σε 327 θέσεις ελλιμενισμού για σκάφη μήκους έως 40 μέτρων, ενισχύοντας τη θέση της στον χάρτη του yachting και του θαλάσσιου τουρισμού.
Ωστόσο, η τοπική κοινωνία και η δημοτική αρχή της Καλαμαριάς αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη την εξέλιξη αυτή. Ο Δήμος έχει ήδη προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της Κοινής Υπουργικής Απόφασης, επικαλούμενος σοβαρές ενστάσεις για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αλλά και για την κατεύθυνση της αξιοποίησης. Στο επίκεντρο των αντιδράσεων βρίσκεται ο φόβος ότι, πίσω από την αναβάθμιση της μαρίνας, μπορεί να αναπτυχθεί μια λογική έντονης εμπορικής εκμετάλλευσης, με χαρακτηριστικά real estate, που θα αλλοιώσει το παραλιακό μέτωπο και θα περιορίσει τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου.
Η δήμαρχος Καλαμαριάς, Χρύσα Αράπογλου, έχει ζητήσει από την Πολιτεία και το Υπερταμείο σαφείς δεσμεύσεις ώστε η ανάπτυξη να γίνει με όρους βιωσιμότητας και με πραγματικό όφελος για την τοπική κοινωνία. Παράλληλα, ο Δήμος έχει προχωρήσει και σε εκστρατεία ενημέρωσης των πολιτών, διανέμοντας υλικό και καλώντας σε εγρήγορση, επιχειρώντας ουσιαστικά να διαμορφώσει ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο γύρω από το θέμα.
Περισσότερες ειδήσεις
Επόμενη «στάση» για τη Γραμμή 4 το 2032 – Το μεγάλο «αγκάθι» των 41,6 εκατ. ευρώ