Τα κίτρινα τιμολόγια που ακολουθούν πλήρως την εξέλιξη της τιμής της χονδρεμπορικής αγοράς είτε του προηγούμενου είτε του επόμενου μήνα ήταν τελικώς η πιο φθηνή επιλογή για τους καταναλωτές τη διετία 2024 -2025. Ωστόσο όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ, τα οποία επεξεργάστηκε το Green Tank, ήταν η τρίτη επιλογή των καταναλωτών μετά τα πράσινα και τα μπλε τιμολόγια.
Αυτό φαίνεται ότι οφείλεται στο γεγονός ότι οι καταναλωτές δεν επιλέγουν τα κίτρινα τιμολόγια που καθορίζονται με βάση την χονδρεμπορική τιμή του προηγούμενου μήνα διότι θεωρούν ότι είναι εκτεθειμένοι σε διακυμάνσεις που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν, ενώ σε ότι αφορά τα κίτρινα τιμολόγια που καθορίζονται με βάση τη χονδρεμπορική τιμή του επόμενου μήνα το γεγονός ότι δεν ανακοινώνονται φαίνεται ότι είναι ο κυριότερος αποτρεπτικός παράγοντας.
Ταυτόχρονα τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν προβάλλονται επαρκώς από τους προμηθευτές, ενώ μεγάλη πλειονότητα των καταναλωτών παραμένουν στο πράσινο κυμαινόμενο τιμολόγιο λόγω αδράνειας. Όσο δε για το μπλε τιμολόγιο επιλέγεται από τους καταναλωτές για λόγους σταθερότητας.
Σύμφωνα με τη μελέτη του Green Tank, όσοι καταναλωτές προτίμησαν να παραμείνουν στο πράσινο τιμολόγιο τη διετία 2024 – 2025 έχουν πληρώσει περί τα 1,23 δισ. ευρώ ή 58,3 ευρώ/MWh περισσότερα σε σχέση με το κίτρινο. Μάλιστα τα πράσινα τιμολόγια εμφάνισαν τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις και παρέμειναν ακριβότερα σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της διετίας, παρά το γεγονός ότι θεωρητικά ο τρόπος υπολογισμού τους θα έπρεπε να λειτουργεί εξομαλυντικά.
Συγκεκριμένα, η μέση μηνιαία συνολική τιμή για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό στα πράσινα τιμολόγια κυμάνθηκε από 142,3 ευρώ/MWh έως 227,7 ευρώ/MWh.
Αντίθετα, στα κίτρινα τιμολόγια η αντίστοιχη διακύμανση ήταν αισθητά χαμηλότερη, από 114,6 ευρώ/MWh έως 181,4 ευρώ/MWh. Τα δε μπλε σταθερά τιμολόγια εμφάνισαν τις μικρότερες μεταβολές, με μέση τιμή μεταξύ 154,5 ευρώ/MWh και 211,4 ευρώ/MWh, αν και το εύρος ανάμεσα στα φθηνότερα και ακριβότερα προϊόντα παρέμεινε μεγάλο.
Το στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι τα πράσινα τιμολόγια, παρά τον μηχανισμό υπολογισμού τους που λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τη χονδρεμπορική τιμή του προηγούμενου μήνα αλλά και εκείνη του προ-προηγούμενου, εμφάνισαν τελικά μεγαλύτερη μεταβλητότητα από τα κίτρινα. Θεωρητικά θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο, καθώς η σύνδεσή τους με μεγαλύτερο χρονικό εύρος τιμών χονδρεμπορικής αγοράς θα μπορούσε να λειτουργεί αποσβεστικά στις αυξομειώσεις.
Στην πράξη όμως, οι καταναλωτές βρέθηκαν να πληρώνουν αισθητά ακριβότερα την «πράσινη» επιλογή. Το 2024 το μέσο πράσινο τιμολόγιο ξεπέρασε κατά 3,5% το μέσο μπλε και κατά 20,3% το μέσο κίτρινο τιμολόγιο. Σε ότι αφορά το 2025 το μέσο πράσινο τιμολόγιο ήταν κατά 23,1% ακριβότερο από το μπλε και κατά 34,3% ακριβότερο από το κίτρινο. Σε ορίζοντα ολόκληρης της διετίας, τα πράσινα τιμολόγια, μαζί με τα πάγια, αποδείχθηκαν κατά μέσο όρο 13,3% ακριβότερα από τα μπλε και 27,3% ακριβότερα από τα κίτρινα.
Παρά τα στοιχεία αυτά, τα πράσινα τιμολόγια τον Δεκέμβριο του 2025 εξακολουθούσαν να καλύπτουν το 58% των οικιακών τιμολογίων, δηλαδή 3,45 εκατομμύρια μετρητές επί συνόλου 5,94 εκατομμυρίων.
Σύμφωνα με το Green Tank η εικόνα αυτή αποτυπώνει την αδυναμία των καταναλωτών να αξιολογήσουν το πραγματικό κόστος των διαθέσιμων προϊόντων και να συγκρίνουν αποτελεσματικά τις επιλογές τους.
Περισσότερες ειδήσεις
Ιστορικό ορόσημο: Άνεμος και ήλιος ξεπέρασαν για πρώτη φορά το φυσικό αέριο παγκοσμίως