Έντονο κύμα αντιδράσεων έχει προκαλέσει το σχέδιο νόμου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, η δημόσια διαβούλευση του οποίου έληξε χθες (20/7). Αν και η βασική αιχμή των αντιδράσεων αφορά την υποχρεωτική ενσωμάτωση δεκάδων Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), δημοτικών υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης και οργανισμών εγγείων βελτιώσεων στις δύο μεγάλες εταιρείες, η οποία συγκέντρωσε 148 σχόλια, σοβαρές ενστάσεις κατατέθηκαν και για τις διατάξεις που ανάβουν το πράσινο φως για το σχέδιο «Εύρυτος» μέσω κλειστής διαδικασίας ανάθεσης, αλλά και για εκείνες που αφορούν την ιδιωτική πολεοδόμηση σε εγκαταλελειμμένους οικισμούς.
Κατά τη σύντομη δημόσια διαβούλευση που πραγματοποιήθηκε εν μέσω θέρους σε διάστημα ελάχιστων ημερών, κατατέθηκαν δεκάδες παρεμβάσεις από αυτοδιοικητικούς, επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς, καθώς και από εργαζόμενους, οι οποίοι, παρότι αναγνωρίζουν την ανάγκη αντιμετώπισης της λειψυδρίας και της κλιματικής κρίσης, εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται και αυτή η μεταρρύθμιση.
Με αφορμή το σχέδιο νόμου σε μετωπική σύγκρουση με την ηγεσία του υπουργείου φαίνεται πως οδηγείται η Ένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ), η οποία χαρακτηρίζει την προτεινόμενη μεταρρύθμιση ατεκμηρίωτη και υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση προχωρά σε μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές στη διαχείριση του νερού χωρίς να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη οικονομοτεχνική μελέτη που να αποδεικνύει ότι το νέο μοντέλο θα είναι αποτελεσματικότερο από το σημερινό. Επιπροσθέτως το υπουργείο κατά την άποψη της ΕΔΕΥΑ, εμφανίζεται να αγνοεί τον άρτι ψηφισθέντα Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που προωθεί μόνο τις εθελοντικές συνενώσεις, προειδοποιώντας ότι το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ).
Η Ένωση υπογραμμίζει ότι ο στόχος της ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδάτινων πόρων, όπως έχει διατυπωθεί, δεν επιτυγχάνεται μέσα από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις. Σύμφωνα με την ΕΔΕΥΑ, η υποχρεωτική διεύρυνση της δραστηριότητας των δύο εταιρειών επικεντρώνεται κυρίως στον τομέα της ύδρευσης, ενώ ο τομέας της άρδευσης, ο οποίος αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κατανάλωσης νερού στη χώρα – περίπου το 85% – εξακολουθεί να παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός του νέου υποχρεωτικού πλαισίου.
Επιπλέον, η ΕΔΕΥΑ εκφράζει την αντίθεσή της στην υποχρεωτική διεύρυνση της γεωγραφικής αρμοδιότητας της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, την οποία χαρακτηρίζει αντίθετη με το Σύνταγμα. Όπως αναφέρει, η συγκεκριμένη επιλογή δεν βασίζεται σε τεκμηριωμένη αξιολόγηση, καθώς δεν έχει προηγηθεί μελέτη κόστους – οφέλους, διερεύνηση της οικονομικής βιωσιμότητας ή εκτίμηση των συνεπειών που θα προκύψουν για τους πολίτες, τους εργαζομένους και το ύψος των τιμολογίων.
Αντιρρήσεις διατυπώνονται και σχετικά με τον τρόπο μεταφοράς της δημοτικής περιουσίας. Η Ένωση επισημαίνει ότι οι εκτιμητές της περιουσίας θα ορίζονται από τις ίδιες τις εταιρείες που αναλαμβάνουν τις ΔΕΥΑ, ενώ προβλέπεται η δυνατότητα ολοκλήρωσης της μεταβίβασης ακόμα και πριν από την τελική αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων. Κατά την άποψή της, η διαδικασία αυτή ενέχει τον κίνδυνο μεταβίβασης δημοτικής περιουσίας χωρίς επαρκή και πλήρη αποζημίωση, την ώρα μαλιστα που οι δήμοι θα εξακολουθούν να επιβαρύνονται με χρέη και δικαστικές εκκρεμότητες, χωρίς όμως να έχουν πλέον τον ουσιαστικό έλεγχο και τη λειτουργία των υποδομών τους.
Η ΕΔΕΥΑ εκφράζει ενστάσεις και για τη ρύθμιση που προβλέπει την επιδότηση έως και 75% των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποκλειστικά για τις ΔΕΥΑ που θα ενταχθούν στις δύο μεγάλες εταιρείες ύδρευσης, σημειώνοντας ότι η πρόβλεψη αυτή δημιουργεί συνθήκες άνισης μεταχείρισης, αφού αφήνει εκτός στήριξης τις υπόλοιπες επιχειρήσεις ύδρευσης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στις ΔΕΥΑ (ΠΟΕ ΔΕΥΑ), η οποία θεωρεί ότι η μεταφορά των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης από την Τοπική Αυτοδιοίκηση σε εισηγμένες ανώνυμες εταιρείες συνιστά έμμεση ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης του νερού.
Η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι οι υποδομές δημιουργήθηκαν διαχρονικά με δημόσιους πόρους, δημοτικά τέλη, κρατικές επιχορηγήσεις και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και υποστηρίζει ότι η απομάκρυνση της διαχείρισης από τους δήμους υπονομεύει τόσο την οικονομική και διοικητική αυτοτέλειά τους όσο και την αρχή της εγγύτητας, καθώς οι υπηρεσίες ύδρευσης απαιτούν γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής.
Οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι το νομοσχέδιο έρχεται σε αντίθεση με τον πρόσφατα θεσπισμένο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος προβλέπει εθελοντικές και όχι υποχρεωτικές συνενώσεις των ΔΕΥΑ, ενώ προειδοποιούν ακόμη και για προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Θετικοί, αλλά υπό προϋποθέσεις εμφανίζονται οι εργαζόμενοι των ΔΕΥΑ που απορροφώνται από την ΕΥΔΑΠ, όπως οι ΔΕΥΑ Λαυρεωτικής, Χαλκίδας, Θήβας, Ερέτριας και Κύμης – Αλιβερίου.
Στην κοινή παρέμβασή τους θέτουν ως απαραίτητη προϋπόθεση τη ρητή κατοχύρωση όλων των εργασιακών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, ζητούν καθολική μεταφορά του προσωπικού χωρίς εξαιρέσεις, πλήρη αναγνώριση της προϋπηρεσίας, ένταξη στις συλλογικές συμβάσεις και στους κανονισμούς προσωπικού της ΕΥΔΑΠ, διατήρηση των αποδοχών, κατοχύρωση του τόπου εργασίας και προστασία από υποχρεωτικές μετακινήσεις. Παράλληλα προτείνουν συγκεκριμένες νομοτεχνικές βελτιώσεις, ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών κατά την εφαρμογή του νόμου.
Σημαντικές επιφυλάξεις διατυπώνει η Ομοσπονδία Εργαζομένων της ΕΥΔΑΠ, η οποία αναγνωρίζει ότι η αντιμετώπιση της λειψυδρίας αποτελεί εθνική προτεραιότητα, ωστόσο θεωρεί ότι η επιτυχία της μεταρρύθμισης εξαρτάται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Στην παρέμβασή της επισημαίνει ότι δεν προβλέπεται υποχρεωτικό πρόγραμμα προσλήψεων ούτε εξασφαλισμένη κρατική χρηματοδότηση, παρά το γεγονός ότι η εταιρεία καλείται να αναλάβει δεκάδες νέα δίκτυα, νέες υποδομές και για πρώτη φορά αρμοδιότητες άρδευσης και διαχείρισης ομβρίων.
Η Ομοσπονδία εκφράζει ανησυχία για το οικονομικό βάρος που θα αναλάβει η ΕΥΔΑΠ μέσω της αποτίμησης περιουσιών, της ανάληψης παλαιών δικτύων και της διαχείρισης ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ επισημαίνει ότι δεν έχει προηγηθεί ολοκληρωμένος επιχειρησιακός σχεδιασμός που να αποδεικνύει ότι η εταιρεία διαθέτει το αναγκαίο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.
Ταυτόχρονα ζητά πλήρη διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων όσων εργαζομένων μεταφερθούν στις νέες δομές, καθώς και σταδιακή εφαρμογή της μεταρρύθμισης μόνο αφού πιστοποιηθεί η επιχειρησιακή ετοιμότητα της εταιρείας.
Από την πλευρά του το Σωματείο Εργαζομένων στην Αποχέτευση εκφράζει αμφιβολίες ως προς την επιχειρησιακή ετοιμότητα της εταιρείας να δεχτεί αυτό το πλήθος των νέων αρμοδιοτητων, χωρίς την απαραίτηση ενίσχυση προσωπικού. Οι εργαζόμενοι δεν αφήνουν ασχολίαστο και το ζήτημα του κόστους της μεταρρύθμισης, αναφέροντας ότι η αύξηση των αρμοδιοτήτων, οι νέες επενδυτικές ανάγκες και η προσαρμογή των οργανισμών δημιουργούν ερωτήματα για το εάν τελικά το βάρος θα μετακυλιστεί στους πολίτες μέσω των λογαριασμών ύδρευσης. Όπως αναφέρουν, απαιτούνται «ισχυρότερες θεσμικές εγγυήσεις» ώστε οι επενδύσεις, το κόστος λειτουργίας και το συνολικό κόστος της αλλαγής να μην οδηγήσουν σε δυσανάλογη επιβάρυνση των καταναλωτών.
Επιφυλάξεις εκφράζουν και αρκετοί δήμοι που συμμετείχαν στη διαβούλευση. Οι αιρετοί, ειδικά στις περιοχές που πρόκειται να ενταχθούν στην ομπρέλα των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, υποστηρίζουν ότι η μεταφορά των υπηρεσιών ύδρευσης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή εταιρική διαδοχή, καθώς αφορά υπηρεσίες ζωτικής σημασίας και υποδομές που δημιουργήθηκαν με δημόσιους πόρους επί δεκαετίες. Εκφράζουν ανησυχία ότι οι δήμοι περιορίζονται σε έναν δευτερεύοντα ρόλο, απλά «παρακολουθητικό» χωρίς ουσιαστική συμμετοχή στις κρίσιμες αποφάσεις για τη μεταβίβαση της περιουσίας τους.
Από την πλευρά του το WWF Ελλάς εστιάζει κυρίως στη διαφάνεια και στη συνέχεια των υπηρεσιών. Η περιβαλλοντική οργάνωση υποστηρίζει ότι το σχέδιο νόμου περιγράφει μία εξαιρετικά σύνθετη και πολυετή διαδικασία μεταφοράς αρμοδιοτήτων, χωρίς να αποσαφηνίζεται επαρκώς ποιος θα φέρει την ευθύνη για την απρόσκοπτη λειτουργία των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης κατά τη μεταβατική περίοδο. Παράλληλα ζητά μεγαλύτερη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των πολιτών και των εργαζομένων στον σχεδιασμό της μεταρρύθμισης, υπογραμμίζοντας ότι η ασφάλεια της παροχής πόσιμου νερού αποτελεί ζήτημα συνταγματικά κατοχυρωμένου δημόσιου συμφέροντος.
Σφοδρές αντιδράσεις κατά τη δημόσια διαβούλευση καταγράφηκαν και για το άρθρο 36 του νομοσχεδίου, με το οποίο προβλέπεται η δυνατότητα ανάθεσης έργων αποχέτευσης από το υπουργείο, αλλά και τις ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, χωρίς την εφαρμογή των συνήθων διαγωνιστικών διαδικασιών του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων.
Στην αναλυτική του παρέμβαση ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ) ζητά την απόσυρση της συγκεκριμένης διάταξης, υποστηρίζοντας ότι εισάγει μία γενικευμένη εξαίρεση από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων. Ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι η προτεινόμενη ρύθμιση επιτρέπει την απευθείας ανάθεση σημαντικού ύψους έργων χωρίς ανοικτό διαγωνισμό, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, αντίκειται στις βασικές αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.
Σύμφωνα με τον ΣΑΤΕ, η αιτιολογική έκθεση δεν τεκμηριώνει επαρκώς γιατί απαιτείται μία τόσο εκτεταμένη παρέκκλιση από τον νόμο 4412/2016, ούτε αποδεικνύει ότι συντρέχουν εξαιρετικές ή απρόβλεπτες περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν τη χρήση τέτοιων διαδικασιών. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι δημιουργείται ένας μόνιμος μηχανισμός εξαιρέσεων, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό του ανταγωνισμού και σε αποκλεισμό μεγάλου μέρους της εργοληπτικής αγοράς από δημόσια έργα.
Ο φορέας επικαλείται ακόμη το ευρωπαϊκό δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων, επισημαίνοντας ότι οι εξαιρέσεις από τις ανοικτές διαδικασίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να εφαρμόζονται μόνο σε απολύτως εξαιρετικές περιπτώσεις, ενώ προειδοποιεί ότι η διατήρηση του εν λόγω άρθρου θα ανοίξει τον δρόμο για τη δημοπράτηση έργων «χωρίς απαλλοτριώσεις, χωρίς περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, χωρίς μελέτες, δηλαδή, χωρίς στοιχειώδεις προϋποθέσεις, συνθήκη που δημιουργεί εξαιρετική μεγάλη ανασφάλεια κατά την υλοποίηση των συμβάσεων τόσο για τον ανάδοχο όσο και για την αναθέτουσα αρχή».
Επιπρόσθετα σημειώνει ότι το εύρος εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης είναι τεράστιο, δεδομένου ότι περιλαμβάνει και όλα τα συνοδευτικά έργα, στα οποία μπορούν να ενταχθούν σχεδόν τα πάντα, όπως αναφέρει.
Ως «το πλέον ουσιώδες και επικίνδυνο στο άρθρο 36», ο ΣΑΤΕ υποδεικνύει τις προϋποθέσεις και τους λόγους ένταξης των έργων σ’ αυτό το καθεστώς. «Η έννοια ‘κίνδυνος λειψυδρίας’ που αναφέρεται είναι αόριστη και μπορεί να περιλάβει στον ορισμό της ένα μεγάλο εύρος περιπτώσεων, δημιουργώντας το περιθώριο ένταξης συνηθισμένων έργων στις εξαιρετικές διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 36».
Προσθέτει ότι ο κίνδυνος λειψυδρίας από μόνος του δεν δικαιολογεί την εφαρμογή της επείγουσας διαδικασίας «αφού δεν πρόκειται για επείγον περιστατικό ανωτέρας βίας (π.χ. θεομηνία όπως η περίπτωση Ντάνιελ στην Θεσσαλία που κατέστησε άμεσα αναγκαία την εκτέλεση έργων). Ο κίνδυνος λειψυδρίας είναι ένα μακροχρόνιο δεδομένο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται από την Πολιτεία με τον σωστό προγραμματισμό και τον έγκαιρο σχεδιασμό. Άρα δεν πρόκειται για επείγουσα περίπτωση».
Την ίδια στιγμή αντίθετοι στο σχέδιο του Εύρυτου δηλώνουν πολιτικοί και οικονομικοί φορείς και οργανώσεις της Ευρυτανίας, οι οποίοι στα σχόλιά τους τονίζουν ότι με τον τρόπο αυτό επιχειρείται μια έμμεση εκτροπή του Αχελώου παρά τις σαφείς επιταγές του ΣτΕ.
Την πλήρη αντίθεσή τους με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις και για τους εγκαταλελειμμένους και φθίνοντες οικισμούς εξέφρασαν τόσο οι πολεοδόμοι όσο και οι οργανώσεις ζητώντας την απόσυρση ολόκληρου του σχετικού κεφαλαίου του σχεδίου νόμου.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ) αν και αναγνωρίζει ότι η αντιμετώπιση της εγκατάλειψης πολλών μικρών οικισμών αποτελεί πραγματική αναπτυξιακή πρόκληση, υποστηρίζει ότι οι λύσεις που προτείνονται κινούνται κυρίως προς την κατεύθυνση της ιδιωτικής πολεοδόμησης και της οικοδομικής αξιοποίησης, χωρίς να προηγείται ολοκληρωμένος χωρικός σχεδιασμός για τους 6.500 συγκεκριμένους οικισμούς.
Ειδικότερα, ο επιστημονικός φορέας εκφράζει ανησυχία για την αναβίωση των Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (ΕΣΠΕΡΑΑ) ως «οχημάτων» ανάπτυξης, υποστηρίζοντας ότι εισάγεται ένα ειδικό καθεστώς πολεοδόμησης το οποίο παρακάμπτει σε μεγάλο βαθμό τον συνολικό πολεοδομικό σχεδιασμό των περιοχών, ενώ το υπουργείο μολονότι θα έπρεπε να κινείται στη αντίθετη κατεύθυνση, στην πραγματικότητα εισάγει ένα ακόμα εργαλείο «κατ’ εξαίρεση σχεδιασμού».
Σύμφωνα με τον Σύλλογο, «επεκτείνεται, δηλαδή, και κανονικοποιείται όλο και περισσότερο η λογική του κατακερματισμού του χώρου και του σχεδιασμού του, αποδίδοντας προνόμια, ευνοϊκούς όρους και διευκολύνσεις σε συνεταιρισμούς και άλλους ιδιωτικούς φορείς.», ενώ ταυτόχρονα το υπουργείο «συνεχίζει την ίδια πολιτική προώθησης της συγκέντρωσης της γης και δημιουργίας προϋποθέσεων για την εκμετάλλευσή της από επενδύσεις μεγαλύτερης κλίμακας κεφαλαίου, καθώς και για την ικανοποίηση ομάδων πίεσης (συνεταιρισμών και άλλων ιδιωτικών φορέων)», πολιτική που σύμφωνα με τον ΣΕΠΟΧ «μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική για τους μικρούς οικισμούς».
Συνολικά ο ΣΕΠΟΧ εκτιμά ότι «το σχέδιο νόμου εμφανίζεται ως ένα πρόσχημα για νέες αναπτύξεις με τις ελάχιστες δυνατές δεσμεύσεις από την πλευρά του «επισπεύδοντα για την αναβίωση φορέα», δεδομένου ότι παραμένουν ανοιχτά μια σειρά ερωτήματα π.χ. σχετικά με τις υποχρεώσεις του τελευταίου για τη συντήρηση και αναβίωση».
Κατά τον ΣΕΠΟΧ, η αναβίωση των εγκαταλελειμμένων οικισμών δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην προσέλκυση επενδύσεων ή στην οικοδομική δραστηριότητα, αλλά απαιτεί ολοκληρωμένες πολιτικές που θα αντιμετωπίζουν τις πραγματικές αιτίες της πληθυσμιακής συρρίκνωσης, όπως η έλλειψη υποδομών, υπηρεσιών, θέσεων εργασίας και κοινωνικών κινήτρων για μόνιμη εγκατάσταση.
Ο Σύλλογος σημειώνει σκωπτικά πως «το όραμα του ΥΠΕΝ για αυτόν τον εθνικό θησαυρό συνίσταται στην πλήρη αλλοίωση της κλίμακας και του χαρακτήρα του δομημένου περιβάλλοντος, αλλά και της περιβάλλουσας ζώνης με το να επιτρέπει νέες μεγάλες αναπτύξεις με νέες χρήσεις και όρους δόμησης μέσω ιδιωτικής πολεοδόμησης και του ειδικού εργαλείου των ΕΣΠΕΡΑΑ, το οποίο πλέον νοείται ως ΕΠΣ». Επισημαίνει μάλιστα ότι:
Παράλληλα, ο Σύλλογος εκφράζει φόβους ότι η εφαρμογή των προτεινόμενων διατάξεων μπορεί να οδηγήσει σε αλλοίωση της φυσιογνωμίας παραδοσιακών ή ιστορικών οικισμών, καθώς δημιουργούνται δυνατότητες για νέες χρήσεις γης και εκτεταμένες παρεμβάσεις χωρίς να έχουν προηγηθεί εξειδικευμένες μελέτες που να διασφαλίζουν την προστασία του τοπίου και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Ο ΣΕΠΟΧ υπογραμμίζει επίσης ότι οι ρυθμίσεις θα πρέπει να ενταχθούν στο πλαίσιο των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων, ώστε να διασφαλίζεται η συνοχή του χωρικού σχεδιασμού και να αποφεύγονται αποσπασματικές παρεμβάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν νέες πιέσεις στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον.
Στις προτάσεις του ο Σύλλογος ζητά αυστηρότερα πολεοδομικά και περιβαλλοντικά κριτήρια για την ένταξη ενός οικισμού στο νέο καθεστώς, ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και των δήμων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και σαφείς εγγυήσεις ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν θα λειτουργήσουν ως εργαλείο ανεξέλεγκτης εκτός σχεδίου ανάπτυξης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το σχόλιο της Ελληνικής εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ), η οποία δηλώνει ότι συμμερίζεται τον στόχο της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της αναζωογόνησης εγκαταλελειμμένων ή φθινόντων οικισμών, ωστόσο θεωρεί ότι το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο δεν υπηρετεί αποτελεσματικά αυτόν τον σκοπό και ζητά την απόσυρσή του. Προτείνει, καταρχάς, η παρέμβαση να επικεντρωθεί στην αποκατάσταση και λειτουργική επανάχρηση του υφιστάμενου οικιστικού ιστού, χωρίς να δίνεται δυνατότητα πολεοδόμησης όμορων αδόμητων εκτάσεων. Ζητά ακόμη την πλήρη εναρμόνιση των ρυθμίσεων με το άρθρο 24 του Συντάγματος, τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου.
Παράλληλα, εισηγείται να καθίσταται υποχρεωτική η εκπόνηση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και μελέτης φέρουσας ικανότητας πριν από κάθε εφαρμογή του μέτρου. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να εντάσσονται στον υφιστάμενο χωρικό σχεδιασμό, μέσω των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων, με σαφείς περιορισμούς στη νέα δόμηση.
Προτείνει επίσης ρητές εξαιρέσεις για περιοχές Natura 2000, τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, παραδοσιακούς οικισμούς, ακατοίκητες νησίδες και ήδη κορεσμένους τουριστικούς προορισμούς, καθώς και τη διατήρηση της δημόσιας εποπτείας στους τεχνικούς και νομικούς ελέγχους
Περισσότερες ειδήσεις
Στ. Παπασταύρου: Η σημαντικότερη μεταρρύθμιση των τελευταίων δεκαετιών η διαχείριση των υδάτων
Σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ για τους παρόχους υπηρεσιών ύδατος