Ένα νέο πλαίσιο για τη στήριξη ιδιοκτητών κατοικιών και επαγγελματικών ακινήτων που πλήττονται από φυσικές καταστροφές φέρνει το σχέδιο νόμου του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, το οποίο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση. Το νομοσχέδιο επιχειρεί να αντικαταστήσει το υφιστάμενο, κατακερματισμένο σύστημα στεγαστικής αρωγής με ένα ενιαίο και περισσότερο ευέλικτο μοντέλο, το οποίο φιλοδοξεί να επιταχύνει τις αποζημιώσεις, να απλοποιήσει τις διαδικασίες και να προσφέρει περισσότερες επιλογές στους πολίτες για την αποκατάσταση της περιουσίας τους μετά από σεισμούς, πλημμύρες, πυρκαγιές και άλλες φυσικές καταστροφές.
Παράλληλα, θεσπίζονται νέοι κανόνες για τους δικαιούχους, τα ακίνητα που μπορούν να ενταχθούν στο πρόγραμμα, τη διαδικασία καταβολής της ενίσχυσης, αλλά και τους ελέγχους που θα πραγματοποιούνται μέχρι την ολοκλήρωση της αποκατάστασης.
Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες του σχεδίου νόμου είναι ότι η κρατική ενίσχυση παύει να συνδέεται αποκλειστικά με την επισκευή ή την ανακατασκευή του ίδιου του πληγέντος κτιρίου. Οι ιδιοκτήτες αποκτούν πλέον μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τον τρόπο αξιοποίησης της στεγαστικής αρωγής, ανάλογα με τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά της περιουσίας τους.
Ειδικότερα, προβλέπεται ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η ενίσχυση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αγορά άλλης κατοικίας ή επαγγελματικού ακινήτου προς αυτοστέγαση, για την αποπεράτωση ημιτελούς ακινήτου που ήδη διαθέτει ή πρόκειται να αποκτήσει ο δικαιούχος, καθώς και για την ανέγερση νέου κτιρίου ακόμη και σε διαφορετικό γεωτεμάχιο από εκείνο όπου βρισκόταν το πληγέν ακίνητο. Με τον τρόπο αυτό δίνεται μεγαλύτερη ευελιξία σε περιπτώσεις όπου η ανακατασκευή στο ίδιο οικόπεδο δεν αποτελεί την καλύτερη ή εφικτή λύση.
Το νέο πλαίσιο διευρύνει και αποσαφηνίζει τις κατηγορίες των πολιτών που μπορούν να λάβουν στεγαστική αρωγή. Δικαιούχοι είναι οι ιδιοκτήτες πλήρους ή ψιλής κυριότητας, οι κληρονόμοι ακόμη και όταν δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία αποδοχής κληρονομιάς, όσοι αποδεικνύουν κυριότητα μέσω χρησικτησίας, οι κάτοχοι δικαιώματος επιφανείας, αλλά και όσοι διαθέτουν προσωρινά παραχωρητήρια πληγέντων ακινήτων.
Παράλληλα, αντιμετωπίζονται οι περιπτώσεις συγκυριότητας, που μέχρι σήμερα δημιουργούσαν σημαντικές καθυστερήσεις στην αποκατάσταση των κτιρίων, προβλέποντας συγκεκριμένους κανόνες για τον καθορισμό του δικαιούχου και τη διαχείριση της ενίσχυσης.
Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης σαφείς περιορισμούς ως προς τα ακίνητα που μπορούν να λάβουν στεγαστική αρωγή.
Εκτός του πλαισίου μένουν κτίρια που δεν υφίστανται νόμιμα και δεν μπορούν να υπαχθούν σε καθεστώς τακτοποίησης, εγκαταλελειμμένα ή ερειπωμένα κτίρια, πρόχειρες κατασκευές, κατοικίες μεγάλης αξίας, καθώς και εγκαταστάσεις επιχειρήσεων που είχαν υποχρέωση ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών αλλά παρέμειναν ανασφάλιστες.
Ωστόσο, για ορισμένες περιπτώσεις μη νόμιμων κτιρίων προβλέπεται δυνατότητα αξιοποίησης της στεγαστικής αρωγής για την ανέγερση νέου κτιρίου σε άλλο οικοδομήσιμο γεωτεμάχιο ή για την αγορά κατοικίας προς αυτοστέγαση, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Για πρώτη φορά καθορίζονται με σαφήνεια τα ανώτατα όρια της στεγαστικής αρωγής.
Για φυσικά πρόσωπα και τα περισσότερα ιδιωτικά ακίνητα, η ενίσχυση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί σε επιφάνεια έως 150 τετραγωνικών μέτρων, τόσο ανά δικαιούχο όσο και ανά ανεξάρτητη λειτουργική ιδιοκτησία.
Αντίθετα, για βιομηχανικές, βιοτεχνικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, καθώς και για αποθήκες εφοδιαστικής αλυσίδας, το ανώτατο όριο αυξάνεται στα 500 τετραγωνικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις αυξημένες ανάγκες αυτών των εγκαταστάσεων.
Κομβικής σημασίας αλλαγή αποτελεί η πλήρης ψηφιοποίηση της διαδικασίας.
Η υποβολή των αιτήσεων, ο καθορισμός των δικαιούχων, η διαχείριση των φακέλων, οι ενστάσεις και η παρακολούθηση της πορείας των έργων θα πραγματοποιούνται μέσω του πληροφοριακού συστήματος e-Άδειες. Οι αιτήσεις θα κατατίθενται από εξουσιοδοτημένους μηχανικούς ή τεχνικές εταιρείες, ενώ το σύστημα θα συνδέει όλα τα στάδια, από την αυτοψία μέχρι την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τον τελικό έλεγχο. Στόχος είναι η μείωση της γραφειοκρατίας και η επιτάχυνση των εγκρίσεων.
Το νέο πλαίσιο αλλάζει και τον τρόπο εκταμίευσης της στεγαστικής αρωγής, συνδέοντας την καταβολή της με την πρόοδο των εργασιών.
Η πρώτη δόση, που αντιστοιχεί στο 50% της συνολικής ενίσχυσης, καταβάλλεται μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την κατεδάφιση του πληγέντος κτιρίου. Η δεύτερη δόση, ύψους 30%, εκταμιεύεται μετά την ολοκλήρωση του φέροντος οργανισμού και της εξωτερικής τοιχοποιίας, ενώ η τρίτη και τελευταία δόση, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο 20%, καταβάλλεται μετά τον τελικό έλεγχο και την ολοκλήρωση του έργου. Με τον τρόπο αυτό η Πολιτεία επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η ενίσχυση αξιοποιείται αποκλειστικά για την αποκατάσταση των ζημιών.
Το σχέδιο νόμου διατηρεί το ευνοϊκό καθεστώς προστασίας της κρατικής ενίσχυσης. Η στεγαστική αρωγή και η πρώτη αρωγή παραμένουν αφορολόγητες, ακατάσχετες και ανεκχώρητες, ενώ δεν συμψηφίζονται με οφειλές προς το Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή πιστωτικά ιδρύματα. Αντίστοιχη προστασία προβλέπεται και για τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις που λαμβάνουν ασφαλισμένες επιχειρήσεις μετά από φυσικές καταστροφές.
Πέρα από τη στεγαστική αρωγή, το νομοσχέδιο διατηρεί και ενισχύει τα μέτρα προσωρινής προστασίας των πληγέντων. Προβλέπεται επιδότηση ενοικίου ή συγκατοίκησης για όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους, δυνατότητα χορήγησης εφάπαξ οικονομικών ενισχύσεων για την κάλυψη άμεσων αναγκών, παραχώρηση προσωρινών οικίσκων, καθώς και ειδικές προβλέψεις για την αποκατάσταση ζημιών σε δημόσια κτίρια και εγκαταστάσεις κοινωφελούς χαρακτήρα. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, το υπουργείο επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης που θα καλύπτει τόσο τις άμεσες ανάγκες των πληγέντων όσο και την οριστική αποκατάσταση των ακινήτων τους.
Περισσότερες ειδήσεις
«Χρυσάφι» αξίζουν πλέον οι δροσερές γειτονιές – Πώς οι καύσωνες αλλάζουν την αγορά κατοικίας