MENU

Νέα εξέταση αίματος «βλέπει» το Αλτσχάιμερ χρόνια πριν εμφανιστούν συμπτώματα

Επιστήμονες εντόπισαν βιοδείκτες που συνδέονται με πρώιμες αλλαγές στη μνήμη και τη σκέψη σε άτομα μέσης ηλικίας

Μια απλή εξέταση αίματος θα μπορούσε στο μέλλον να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίζουν άτομα με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ πολλά χρόνια πριν εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα. Νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο (UCSF) διαπίστωσε ότι συγκεκριμένες πρωτεΐνες που σχετίζονται με τη νόσο συνδέονται ήδη από τη μέση ηλικία με μικρές αλλά μετρήσιμες διαφορές στη μνήμη και τις γνωστικές λειτουργίες.

Η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί τη συχνότερη μορφή άνοιας παγκοσμίως. Παρότι υπάρχουν θεραπείες που μπορούν να ανακουφίσουν ορισμένα συμπτώματα, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει οριστική θεραπεία που να αναστρέφει ή να σταματά την εξέλιξή της.

Προβάδισμα πριν από την εμφάνιση της νόσου

Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος από 1.350 ενήλικες ηλικίας 53 έως 69 ετών, αναζητώντας δύο πρωτεΐνες που θεωρούνται βασικά βιολογικά χαρακτηριστικά της νόσου Αλτσχάιμερ: το αμυλοειδές βήτα (amyloid) και την πρωτεΐνη tau.

Περίπου το 6% των συμμετεχόντων εμφάνισε αυξημένα επίπεδα και των δύο πρωτεϊνών, χωρίς ωστόσο να έχει διαγνωστεί με άνοια.

Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι τα άτομα αυτά παρουσίαζαν ήδη μικρές δυσκολίες σε καθημερινές γνωστικές λειτουργίες. Για παράδειγμα, ανταποκρίνονταν πιο αργά σε μεταβαλλόμενες πληροφορίες, όπως τα σήματα κυκλοφορίας ή οι γρήγορες αλλαγές σε μια συζήτηση, ενώ δυσκολεύονταν περισσότερο σε δραστηριότητες που απαιτούν σχεδιασμό, οργάνωση και διαχείριση πολλαπλών υποχρεώσεων.

«Η εξέταση μπορεί να δώσει ένα προβάδισμα σε ορισμένους ανθρώπους, που θα ανακαλύψουν ότι φέρουν αυτούς τους βιοδείκτες, ώστε να προβούν σε παρεμβάσεις που ενδεχομένως θα καθυστερήσουν την εμφάνιση της νόσου», δήλωσε η Kristine Yaffe, επικεφαλής της μελέτης και αντιπρόεδρος του Τμήματος Ψυχιατρικής και Συμπεριφορικών Επιστημών του UCSF.

Τα πρώτα σημάδια εμφανίστηκαν πέντε χρόνια αργότερα

Οι συμμετέχοντες επανεξετάστηκαν πέντε χρόνια μετά την αρχική αξιολόγηση.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν αυξημένα επίπεδα των δύο πρωτεϊνών παρουσίασαν ταχύτερη επιδείνωση στη λεκτική μνήμη και στην ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών σε σύγκριση με όσους δεν έφεραν τους ίδιους βιοδείκτες.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η μελέτη είναι η πρώτη που δείχνει ότι οι συγκεκριμένοι βιοδείκτες στο αίμα συνδέονται με λεπτές γνωστικές αλλαγές σε άτομα μέσης ηλικίας που δεν έχουν ακόμη αναπτύξει άνοια.

Μπορεί να αντικαταστήσει τις απεικονιστικές εξετάσεις;

Σήμερα, η διάγνωση της άνοιας βασίζεται συχνά σε εξειδικευμένες απεικονιστικές εξετάσεις, όπως οι μαγνητικές τομογραφίες, οι οποίες είναι ακριβές και δεν είναι πάντα εύκολα διαθέσιμες.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι εξετάσεις αίματος θα μπορούσαν στο μέλλον να προσφέρουν μια ταχύτερη και οικονομικότερη λύση για την αξιολόγηση του κινδύνου.

Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι ειδικοί τονίζουν ότι η μέθοδος δεν είναι ακόμη έτοιμη για μαζικό προληπτικό έλεγχο του πληθυσμού.

«Δεν πρόκειται για διάγνωση»

Η Tara Spires-Jones, καθηγήτρια Νευροεκφυλιστικών Νοσημάτων στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και ερευνήτρια του UK Dementia Research Institute, προειδοποιεί ότι τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή.

Όπως σημειώνει, η παρουσία των συγκεκριμένων πρωτεϊνών δεν σημαίνει ότι κάποιος έχει ή θα αναπτύξει απαραίτητα Αλτσχάιμερ.

«Η εξέταση προσφέρει ένα σήμα για το τι μπορεί να συμβαίνει στον εγκέφαλο, αλλά αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος της συνολικής εικόνας. Δεν συνιστά από μόνη της διάγνωση», υπογραμμίζει.

Σήμερα, αντίστοιχες εξετάσεις έχουν λάβει έγκριση στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο για άτομα που ήδη εμφανίζουν συμπτώματα και αφορούν αποκλειστικά τη νόσο Αλτσχάιμερ, όχι άλλες μορφές άνοιας.

Έως και 40% των περιστατικών θα μπορούσαν να καθυστερήσουν

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η έγκαιρη αναγνώριση του κινδύνου μπορεί να έχει σημαντική αξία, καθώς αρκετοί παράγοντες που συνδέονται με την άνοια μπορούν να τροποποιηθούν.

Η σωματική αδράνεια, το κάπνισμα, η κατάθλιψη, η κακή καρδιαγγειακή υγεία και η χαμηλή νοητική δραστηριότητα συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου.

Σύμφωνα με την Kristine Yaffe, έως και το 40% των περιπτώσεων άνοιας θα μπορούσαν να καθυστερήσουν ή ακόμη και να προληφθούν μέσω παρεμβάσεων στους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου.

Η ανάγκη για αποτελεσματικότερη πρόληψη γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, περίπου 57 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με άνοια το 2021, ενώ κάθε χρόνο καταγράφονται σχεδόν 10 εκατομμύρια νέα περιστατικά παγκοσμίως.

Περισσότερες ειδήσεις

Μιλώντας… για μακροζωία: Γιατί οι πολύγλωσσοι γερνούν πιο αργά

Διάβασμα: Μια «ριζοσπαστική» πράξη αυτοφροντίδας, σε έναν ωκεανό οθονών

Ρύπανση και Αλτσχάιμερ — Μελέτη σε 28 εκατ. άτομα δείχνει αυξημένο κίνδυνο

Σχετικά Άρθρα