Μια νέα στρατηγική με επίκεντρο την κοινωνική και προσιτή κατοικία φαίνεται να διαμορφώνει σταδιακά η εταιρία Dimand, επιχειρώντας να τοποθετηθεί σε έναν τομέα που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν ανενεργός στην ελληνική αγορά ακινήτων.
Η εταιρεία, που έχει ταυτιστεί τα τελευταία χρόνια με μεγάλες αστικές αναπλάσεις, επενδύσεις γραφείων και αναβιώσεις βιομηχανικών ακινήτων, στρέφεται πλέον σε projects affordable housing, επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα νέο απόθεμα κατοικιών με χαμηλότερα ενοίκια και πιο προσιτούς όρους για τη μεσαία τάξη.
Τη νέα αυτή κατεύθυνση αποκάλυψε ο επικεφαλής της εταιρείας, Δημήτρης Ανδριόπουλος, σε πρόσφατο συνέδριο, παρουσιάζοντας σειρά σχεδίων που βρίσκονται ήδη σε στάδιο ωρίμανσης και τα οποία σηματοδοτούν μια από τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες ανάπτυξης κοινωνικής κατοικίας από μεγάλο ιδιωτικό όμιλο στην Ελλάδα.
Κεντρικό ρόλο στη νέα στρατηγική της εταιρείας αποκτά η αξιοποίηση της έκτασης των 18,7 στρεμμάτων της πρώην ΒΕΛΚΑ, στην παλιά βιομηχανική ζώνη του Φαλήρου. Το project, που αρχικά είχε σχεδιαστεί με διαφορετικό επενδυτικό προσανατολισμό, επανασχεδιάζεται πλέον ώστε να περιλαμβάνει σημαντικό στοιχείο κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Φορέας υλοποίησης της επένδυσης είναι η εταιρεία 3V, στην οποία συμμετέχουν η Dimand και η Avax Development, θυγατρική του κατασκευαστικού ομίλου Άβαξ στον τομέα του real estate.
Η αλλαγή κατεύθυνσης θεωρείται ενδεικτική της ευρύτερης μετατόπισης που επιχειρεί η εταιρεία, από τα αμιγώς εμπορικά projects προς ένα μοντέλο που συνδυάζει επενδύσεις και κοινωνική διάσταση.
Παράλληλα, η εταιρεία σχεδιάζει νέα ανάπτυξη σε ιστορικό ακίνητο στην περιοχή της Πέτρου Ράλλη, το οποίο δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί επίσημα. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, το project θα αφορά ανάπτυξη περίπου 10.000 τ.μ. με 140 διαμερίσματα προς ενοικίαση.
Οι κατοικίες θα έχουν επιφάνειες από 65 έως 100 τετραγωνικά μέτρα, ενώ στόχος είναι τα ενοίκια να διαμορφωθούν κάτω από τα 600 ευρώ μηνιαίως, επίπεδο που θεωρείται ιδιαίτερα χαμηλό για τα σημερινά δεδομένα της αγοράς κατοικίας στην Αθήνα.
Το συγκεκριμένο project αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο πιλοτικό βήμα της εταιρείας στον χώρο του affordable housing και αναμένεται να λειτουργήσει ως «μοντέλο δοκιμής» για το πώς μπορεί να υλοποιηθεί σε μεγαλύτερη κλίμακα ένα βιώσιμο σύστημα προσιτής κατοικίας.
Συνολικά, η Dimand με αυτά τα δύο projects φέρεται να οργανώνει πρόγραμμα περίπου 360 διαμερισμάτων προσιτής κατοικίας σε πρώτη φάση. Ωστόσο, βρίσκεται υπό σχεδιασμό και ένα τρίτο μεγάλο project κοινωνικής κατοικίας στο Κερατσίνι, το οποίο αναμένεται να προχωρήσει μέσω συνεργασίας με άλλη εταιρεία.
Ο επικεφαλής της Dimand υποστηρίζει ότι η ελληνική αγορά χρειάζεται μια δεύτερη μεγάλη τομή μετά τις αστικές αναπλάσεις: Τη δημιουργία νέου αποθέματος κατοικιών που θα απευθύνεται στη μεσαία τάξη, τόσο για ενοικίαση όσο και για αγορά. Όπως αναφέρει ο κ. Ανδριόπουλος, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις κλασικές κατοικίες, αλλά και ειδικές μορφές στέγασης, όπως η φοιτητική κατοικία, η οποία επίσης παρουσιάζει έντονα προβλήματα προσφοράς.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εταιρεία επιδιώκει να βρεθεί ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους επενδυτές που θα δημιουργήσουν οργανωμένα αποθέματα affordable housing στην Ελλάδα, σε μια περίοδο όπου η στεγαστική κρίση και η εκτόξευση των ενοικίων πιέζουν όλο και περισσότερο τα νοικοκυριά.
Κεντρική ιδέα του σχεδίου είναι ότι η προσιτή κατοικία δεν μπορεί να λειτουργήσει με τις αποδόσεις μιας συμβατικής εμπορικής ανάπτυξης ακινήτων. Όπως εξήγησε ο επικεφαλής της Dimand, το μοντέλο θα βασιστεί σε χαμηλότερα περιθώρια κέρδους για όλους τους εμπλεκόμενους, από επενδυτές και κατασκευαστές μέχρι μελετητές και χρηματοδότες, ώστε να μειωθεί το τελικό κόστος για τον ενοικιαστή ή τον αγοραστή.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που δίνει, καθώς αν ένα project απαιτεί ενοίκιο 1.400 ευρώ για να θεωρείται βιώσιμο επενδυτικά, αλλά η κοινωνική στόχευση απαιτεί ενοίκιο 900 ευρώ, τότε η διαφορά αυτή θα πρέπει να καλυφθεί μέσα από διαφορετικούς μηχανισμούς στήριξης.
Ο κ. Ανδριόπουλος υπογραμμίζει ότι χωρίς τη συμμετοχή του Δημοσίου και του τραπεζικού συστήματος, η ανάπτυξη affordable housing δύσκολα μπορεί να αποκτήσει μαζικά χαρακτηριστικά στην Ελλάδα. Όπως σημείωσε, απαιτούνται ευνοϊκότεροι όροι χρηματοδότησης, χαμηλότερο κόστος δανεισμού και διαφορετικά μοντέλα συνεργασίας ώστε τα έργα να είναι βιώσιμα.
Παράλληλα, επανέλαβε τη θέση του για την ανάγκη ενός «shock προσφοράς» στην αγορά κατοικίας, τονίζοντας ότι μόνο μέσω μαζικής εισόδου νέων διαμερισμάτων στην αγορά μπορεί να αποκλιμακωθεί ουσιαστικά η πίεση στις τιμές και τα ενοίκια.
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, αν δημιουργηθούν 20.000 έως 30.000 νέες κατοικίες τα επόμενα χρόνια από ένα δίκτυο εταιρειών και επενδυτών που θα δραστηριοποιηθούν στον τομέα της προσιτής κατοικίας, τότε η αγορά θα μπορέσει να εξισορροπήσει σταδιακά.
Η στροφή της Dimand θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική αγορά ακινήτων, καθώς μέχρι σήμερα οι περισσότερες μεγάλες αναπτύξεις αφορούσαν γραφεία, ξενοδοχεία, μικτές χρήσεις ή πολυτελείς κατοικίες. Η είσοδος ενός μεγάλου developer στον τομέα της προσιτής κατοικίας αναμένεται να λειτουργήσει ως «τεστ» για το κατά πόσο μπορεί να αναπτυχθεί στην Ελλάδα ένα βιώσιμο μοντέλο κοινωνικής στέγασης με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, σε μια περίοδο όπου το στεγαστικό ζήτημα εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις.
Περισσότερες ειδήσεις