Η Ελλάδα μπαίνει σε μια νέα φάση για τις αεροπορικές της πύλες, προχωρώντας σε τρεις σημαντικές κινήσεις αναβάθμισης. Στην Κρήτη κατασκευάζεται από το μηδέν το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι, στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» προχωρά ένα εκτεταμένο σχέδιο επέκτασης ώστε να καλυφθεί η εκρηκτική αύξηση της επιβατικής κίνησης, ενώ το Υπερταμείο ετοιμάζεται στις αρχές του 2026 να προκηρύξει τον διαγωνισμό για την παραχώρηση των 22 περιφερειακών αεροδρομίων. Η τριπλή αυτή κίνηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, στο οποίο τα αεροδρόμια αναβαθμίζονται ταυτόχρονα για να αυξήσουν τη χωρητικότητά τους, να ενσωματώσουν νέα περιβαλλοντικά και ψηφιακά πρότυπα και να περάσουν σε νέα μοντέλα διαχείρισης και χρηματοδότησης.
Στην Κρήτη, το Καστέλι εξελίσσεται στο πιο χαρακτηριστικό ελληνικό παράδειγμα greenfield αεροδρομίου και σε ένα από τα μεγαλύτερα έργα υποδομής που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη στη χώρα. Η κατασκευή έχει πλέον ξεπεράσει το 65% και κινείται με σταθερούς ρυθμούς, με την ΤΕΡΝΑ, κατασκευαστικό βραχίονα του ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, να στοχεύει στην ολοκλήρωση του συνόλου των εργασιών έως τα τέλη του 2026. Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει την έναρξη δοκιμαστικών πτήσεων μέσα στο 2027, ενώ, εφόσον δεν υπάρξουν νέες εμπλοκές από εκκρεμείς προσφυγές και επιλυθεί άμεσα το ζήτημα της χωροθέτησης του ραντάρ, δεν αποκλείεται το αεροδρόμιο να μπορέσει να παραδοθεί σε εμπορική χρήση ακόμη και εντός του ίδιου έτους. Πρόκειται για έργο ύψους 625 εκατ. ευρώ, το οποίο υλοποιείται για λογαριασμό του φορέα λειτουργίας Διεθνής Αερολιμένας Ηρακλείου Κρήτης. Στο μετοχικό σχήμα του φορέα συμμετέχει σήμερα το Ελληνικό Δημόσιο με ποσοστό 45%, ο όμιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με 32,5% και ο ινδικός όμιλος GMR Airports με 21,6%, διαμορφώνοντας ένα σχήμα που συνδυάζει κρατική παρουσία, ελληνική κατασκευαστική ισχύ και διεθνή εμπειρία στη διαχείριση αεροδρομίων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η διεθνής διάσταση του έργου, καθώς στο παρασκήνιο του Καστελίου συναντάται πλέον έμμεσα ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς ομίλους διαχείρισης αεροδρομίων. Η Groupe ADP μπορεί να μην κατάφερε στο παρελθόν να αποκτήσει άμεση παρουσία στην ελληνική αγορά, ωστόσο η επιστροφή της έγινε μέσω Ινδίας και αποδείχθηκε καθοριστική. Το 2020 ο γαλλικός όμιλος απέκτησε το 49% της GMR Airports, θυγατρικής της GMR Infrastructure, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αεροπορικές αγορές παγκοσμίως.
Η συγκεκριμένη συνταγή δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Στην Ευρώπη, ιδίως στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, το ενδιαφέρον για αεροδρόμια μετατοπίζεται προς σχήματα που φέρνουν μαζί ευρωπαϊκούς διαχειριστές και κεφάλαια από Ασία και Μέση Ανατολή. Η Ιταλία προσφέρει μια χαρακτηριστική σύγκριση. Στη Σικελία, η διαχειρίστρια εταιρεία SAC έχει εγκρίνει πώληση πλειοψηφικού πακέτου για τα αεροδρόμια Κατάνια και Comiso, με το κρατικό επενδυτικό ταμείο ADQ του Άμπου Ντάμπι να εμφανίζεται ως ενδιαφερόμενος. Εκεί το αφήγημα δεν περιορίζεται στην επιβατική κίνηση αλλά ανοίγει προς τη δημιουργία κόμβου logistics στη Μεσόγειο, δηλαδή προς ένα αεροδρόμιο που λειτουργεί και ως εμπορευματική πύλη. Η ίδια μετατόπιση δείχνει τι διακυβεύεται και για την Ελλάδα, καθώς η συζήτηση για τις παραχωρήσεις των 22 περιφερειακών αεροδρομίων δεν αφορά μόνο τουρισμό, αλλά και διασύνδεση, cargo και γεωστρατηγικό ρόλο.
Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα για τα ελληνικά αεροδρόμια παίζεται στην Αθήνα. Σε αντίθεση με την Κρήτη, εδώ δεν κατασκευάζεται ένα νέο αεροδρόμιο από την αρχή, αλλά επεκτείνεται ένας κόμβος που λειτουργεί ήδη στα όριά του. Το πρόγραμμα επέκτασης του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» είναι προϋπολογισμού 1,1 δισ. ευρώ και βρίσκεται πλέον σε κρίσιμη καμπή. Ο διαγωνισμός έχει μπει στην πιο ώριμη φάση του, με τις δεσμευτικές προσφορές να αναμένονται έως τον Φεβρουάριο και την αξιολόγηση να ακολουθεί, ώστε μέσα στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 να αναδειχθεί ο ανάδοχος του έργου.
Στο μεταξύ εφαρμόζεται η διαδικασία Early Contractor Involvement, ένα ενδιάμεσο στάδιο που επιτρέπει στον μελλοντικό ανάδοχο να συμμετάσχει από νωρίς στον σχεδιασμό των παρεμβάσεων. Ο στόχος είναι να «κλειδώσουν» χρόνος και κόστος σε ένα έργο που πρέπει να υλοποιηθεί χωρίς να διακοπεί η καθημερινή λειτουργία του αεροδρομίου. Αν η σύμβαση υπογραφεί έως το καλοκαίρι, τα πρώτα εργοτάξια θα αρχίσουν να φαίνονται από το φθινόπωρο και τα έργα θα εξελιχθούν μέσα στο 2027. Το συνολικό πρόγραμμα εκτείνεται έως το 2032, με τελικό στόχο το αεροδρόμιο να μπορεί να εξυπηρετεί έως 40 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως.
Ήδη, πάντως, βρίσκονται σε εξέλιξη παράλληλες παρεμβάσεις ύψους 200 εκατ. ευρώ. Περιλαμβάνουν την κατασκευή ενός επταώροφου πολυώροφου πάρκινγκ δυναμικότητας 3.500 θέσεων, που θα καλύπτει από ΙΧ μέχρι τουριστικά λεωφορεία, καθώς και την ανάπτυξη νέας πίστας αεροσκαφών με 32 θέσεις στάθμευσης. Τα έργα υλοποιούνται από το σχήμα ΤΕΡΝΑ – REDEX και αναμένεται να ολοκληρωθούν σταδιακά έως το 2027, βελτιώνοντας άμεσα την καθημερινή λειτουργία του αεροδρομίου.
Το μοντέλο που ακολουθεί η Αθήνα δεν είναι μοναδικό. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πρακτική, όπου μεγάλα αεροδρόμια επεκτείνονται ενώ παραμένουν σε πλήρη λειτουργία. Στη Γερμανία, η Φρανκφούρτη ολοκληρώνει το Terminal 3, ένα έργο περίπου 4 δισ. ευρώ, με εγκαίνια προγραμματισμένα για τον Απρίλιο του 2026 και με εκτεταμένη περίοδο δοκιμών πριν τεθεί σε κανονική λειτουργία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Μάντσεστερ ακολουθεί μια διαφορετική αλλά συγγενή λογική. Ολοκληρώνει το Transformation Programme, κλείνει οριστικά το παλιό Terminal 1 και μεταφέρει το βάρος στο πλήρως αναβαθμισμένο Terminal 2. Η εμπειρία δείχνει ότι η επέκταση δεν αφορά μόνο νέους χώρους και υποδομές, αλλά και τον συνολικό επανασχεδιασμό του εμπορικού μοντέλου, με περισσότερους χώρους λιανικής και εστίασης που αποτελούν πλέον βασική πηγή εσόδων για τα αεροδρόμια.
Παράλληλα με τις επεκτάσεις υφιστάμενων hubs, η Ευρώπη επενδύει και στο πιο φιλόδοξο μοντέλο των νέων mega hubs. Η Πολωνία προχωρά στον σχεδιασμό του Centralny Port Komunikacyjny, ενός πολυτροπικού κόμβου που συνδυάζει αεροπορικές μεταφορές με σιδηρόδρομο υψηλής ταχύτητας. Το επικαιροποιημένο χρονοδιάγραμμα προβλέπει έναρξη εργασιών εντός του 2026 και λειτουργία της πρώτης φάσης το 2032, με αρχική χωρητικότητα 34 έως 40 εκατομμύρια επιβάτες και δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης. Πρόκειται για μια διαφορετική κλίμακα, που όμως υπηρετεί την ίδια ευρωπαϊκή λογική της δημιουργίας νέων κόμβων και δικτύων ροών.
Στην Πορτογαλία, η απόφαση για το νέο αεροδρόμιο της Λισαβόνας στο Alcochete, με την ονομασία Luís de Camões, φωτίζει μια ακόμη διάσταση. Το έργο προωθείται μέσω της ANA, θυγατρικής της VINCI Airports, στο πλαίσιο της παραχώρησης του 2012, με χρηματοδοτικό μοντέλο που βασίζεται σε δανεισμό, σταδιακή αύξηση τελών και παράταση της παραχώρησης, χωρίς άμεση κρατική χρηματοδότηση. Είναι ένα παράδειγμα του πώς τα μεγάλα έργα υποδομής «δένουν» πλέον με χρηματοοικονομικά σχήματα μακράς απόδοσης, που στηρίζονται σε προβλέψιμες ταμειακές ροές.
Περισσότερες ειδήσεις
«Μην φοράτε πιτζάμες στα αεροδρόμια» — Η… προτροπή του Sean Duffy που εξόργισε τους ταξιδιώτες
Άσχημα νέα για όσους φοβούνται τα αεροπλάνα — Η κλιματική κρίση φέρνει περισσότερες.. αναταράξεις