Η Κίνα ενεργοποίησε εμπορικά ένα από τα πιο φιλόδοξα projects ψηφιακών υποδομών παγκοσμίως, τοποθετώντας data center στον βυθό της θάλασσας, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τη γιγαντιαία ενεργειακή κατανάλωση που προκαλεί η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Η εγκατάσταση βρίσκεται περίπου 35 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, κοντά στην περιοχή Lingang της Σανγκάης, και φιλοξενεί σχεδόν 2.000 servers, συμπεριλαμβανομένων GPU clusters που χρησιμοποιούνται για εφαρμογές AI, υπηρεσίες 5G και επεξεργασία τεράστιων όγκων δεδομένων.
Το έργο, ύψους περίπου 226 εκατ. δολαρίων, αναπτύχθηκε από κινεζικές αρχές σε συνεργασία με τη HiCloud Technology και θεωρείται από τα κινεζικά μέσα ως το πρώτο εμπορικής κλίμακας υποθαλάσσιο data center στον κόσμο που τροφοδοτείται άμεσα από υπεράκτια αιολική ενέργεια.
Το βασικό πλεονέκτημα του υποθαλάσσιου data center είναι η ψύξη. Αντί για ενεργοβόρα βιομηχανικά συστήματα κλιματισμού, οι σφραγισμένες μονάδες servers αξιοποιούν τις σταθερές θερμοκρασίες του ωκεανού για παθητική ψύξη.
Το πρόβλημα της ψύξης έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους της εποχής της AI, καθώς οι σύγχρονες GPU παράγουν τεράστιες ποσότητες θερμότητας κατά τη συνεχή λειτουργία.
Σύμφωνα με κινεζικά δημοσιεύματα, η εγκατάσταση πέτυχε δείκτη ενεργειακής αποδοτικότητας (PUE) κάτω από 1,15 — σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της βιομηχανίας που κινείται κοντά στο 1,5.
Όσο χαμηλότερος είναι ο δείκτης PUE, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας χρησιμοποιείται απευθείας για υπολογιστική ισχύ και όχι για ψύξη, εξαερισμό ή βοηθητικές υποδομές.
Η παγκόσμια έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει μετατρέψει τα data centers σε ενεργειακούς γίγαντες, αυξάνοντας την πίεση σε ηλεκτρικά δίκτυα και συστήματα παραγωγής ενέργειας.
Η Σανγκάη επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το πρόβλημα συνδέοντας άμεσα το υποθαλάσσιο data center με υπεράκτια αιολικά πάρκα, ώστε μεγάλο μέρος της απαιτούμενης ηλεκτρικής ενέργειας να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.
Το project θεωρείται ενδεικτικό της ευρύτερης στρατηγικής της Κίνας να ενώσει ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές σε ένα ενιαίο οικοσύστημα υψηλής απόδοσης.
Η ιδέα των υποθαλάσσιων data centers δεν είναι καινούρια. Η Microsoft είχε δοκιμάσει παρόμοια τεχνολογία μέσω του Project Natick κοντά στη Σκωτία και την Καλιφόρνια, χωρίς όμως να προχωρήσει σε εμπορική ανάπτυξη.
Τα πειράματα εκείνα είχαν δείξει ότι τα σφραγισμένα υποθαλάσσια περιβάλλοντα μειώνουν τις βλάβες hardware, καθώς περιορίζονται οι μεταβολές θερμοκρασίας και η έκθεση στο οξυγόνο.
Παρά τα πλεονεκτήματα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τέτοιες εγκαταστάσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές τεχνικές προκλήσεις: διάβρωση, πίεση νερού, αντοχή υποθαλάσσιων καλωδίων και, κυρίως, δυσκολία επισκευών σε περίπτωση βλάβης.
Σε αντίθεση με ένα συμβατικό data center, όπου ένας τεχνικός μπορεί να αντικαταστήσει εξοπλισμό μέσα σε λίγα λεπτά, οι υποθαλάσσιες εγκαταστάσεις απαιτούν απομακρυσμένη παρακολούθηση, πλήρως σφραγισμένα modules και πολύπλοκα συστήματα εφεδρείας.
Καθώς η AI αυξάνει εκρηκτικά τις ανάγκες για υπολογιστική ισχύ, κυβερνήσεις και τεχνολογικές εταιρείες αναζητούν πλέον εναλλακτικούς τρόπους λειτουργίας data centers χωρίς να «γονατίσουν» τα επίγεια ενεργειακά συστήματα.
Ανάμεσα στα πιο ακραία σενάρια βρίσκονται πλωτές πλατφόρμες δεδομένων, data centers που αξιοποιούν κυματική ενέργεια και πλήρως υποθαλάσσιες εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας.
Η startup Panthalassa, που υποστηρίζεται από τον Peter Thiel, αναπτύσσει ήδη πλωτά data centers που θα χρησιμοποιούν θαλασσινό νερό και κυματική ενέργεια για ψύξη και τροφοδοσία.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η AI θα αλλάξει τις ενεργειακές ισορροπίες του πλανήτη — αλλά πόσο γρήγορα θα αναγκάσει τον κόσμο να ξανασχεδιάσει ολόκληρη την ψηφιακή του υποδομή.
Περισσότερες ειδήσεις
Data centers και AI: Πώς ψύχεται η τεχνολογία που καταναλώνει ενέργεια ίση με… μιας μικρής πόλης
Η ενεργειακή παραδοξότητα του AI: Πώς «ανασταίνει» τις ρυπογόνες μονάδες ενέργειας