Στα 7,1 εκατομμύρια αναμένεται να έχει εκτοξευθεί ο αριθμός των ημερήσιων μετακινήσεων στη μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας έως το 2030, οι οποίες σήμερα καταγράφονται σε 6,4 εκατομμύρια το 24ωρο, με τους αριθμούς να καταδεικνύουν ότι η Αθήνα πλέον δεν …ανασαίνει κυκλοφοριακά ούτε εκτός ωρών αιχμής.
Οχήματα που κινούνται με ταχύτητες 20 – 25 χλμ./ώρα, ενώ στο κέντρο της πόλης χρειάζονται σχεδόν 30 λεπτά για να διανύσει κανείς 10 χιλιόμετρα, όταν στη Λισαβόνα αρκούν λιγότερα από 24 και στο Λουξεμβούργο κάτω από 15 λεπτά.
Τα στοιχεία προέρχονται από το TomTom Traffic Index 2024 και έχουν συμπεριληφθεί στη μελέτη που δημοσιοποίησε ο ΙΟΒΕ και αφορά το αποτύπωμα της Uber στην Ελλάδα ύστερα από δέκα χρόνια παρουσίας στη χώρα μας.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, η μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας κατατάσσεται 9η σε συμφόρηση μεταξύ 254 ευρωπαϊκών πόλεων, με το κέντρο της πόλης στην 8η θέση. Η Θεσσαλονίκη ακολουθεί στην 26η θέση, επιβεβαιώνοντας ότι οι δύο μεγαλύτερες ελληνικές πόλεις βιώνουν ολοένα και εντονότερη κυκλοφοριακή πίεση. Αποτέλεσμα ήταν το 2024, ένας μέσος οδηγός στην Αθήνα να έχει χάσει 111 ώρες μόνο στην κίνηση, ενώ η τάση είναι αυξητική καθώς ο μέσος χρόνος διάνυσης μιας απόστασης 10 χιλιομέτρων αυξήθηκε από τα 18 λεπτά την περίοδο 2015 – 2020 σε 20 λεπτά το 2024.
Όπως σημειώνεται στη μελέτη, η αύξηση των μετακινήσεων συνδέεται στενά με την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση. Από το 2017 η κυκλοφορία αυξάνεται σταθερά, ενώ η απασχόληση στην Αττική ενισχύθηκε κατά πάνω από 15% έως το 2024. Η τηλεργασία, η οποία είχε περιορίσει τη χρήση οχημάτων κατά την πανδημία, μειώθηκε σημαντικά, επαναφέροντας μεγάλο αριθμό πολιτών στους δρόμους.
Στην ήδη επιβαρυμένη κατάσταση προστίθεται και ο τουρισμός με τις δικές του ανάγκες μετακινήσεων, οι οποίες αυξάνονται συστηματικά με τις αφίξεις στην πρωτεύουσα σχεδόν να έχουν διπλασιαστεί από το 2016 έως το 2024, συγκεντρώνοντας το 80% των επισκεπτών μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου και δημιουργώντας υπερφόρτωση σε κόμβους, κεντρικές αρτηρίες και τουριστικές ζώνες.
Την ίδια στιγμή ο γηρασμένος στόλος των ΙΧ στη χώρα μας επιτείνει περαιτέρω το πρόβλημα. Η μέση ηλικία των οχημάτων ξεπερνά σήμερα τα 17 έτη, ενώ το 80,3% των ΙΧ είναι άνω των 10 ετών, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει 539 οχήματα ανά 1.000 κατοίκους, λίγο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε επίπεδο ιδιοκτησίας, αλλά με πολύ χαμηλότερες περιβαλλοντικές επιδόσεις, καθώς το 36% των νέων ταξινομήσεων το 2024 αφορούσε μεταχειρισμένα οχήματα, κυρίως με συμβατικά καύσιμα. Στο κέντρο της Αθήνας, η πυκνότητα φτάνει τα 900 αυτοκίνητα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, υψηλότερη από Ρώμη ή Λισαβόνα, με τις διαθέσιμες θέσεις στάθμευσης όχι μόνο περιορισμένες αλλά και ακριβές αφού το κόστος τους φτάνει τα 10 -15 ευρώ στο κέντρο και τα 5 – 7 ευρώ στα προάστια, με πρόσθετες χρεώσεις 1 – 2 ευρώ ανά ώρα.
Την ίδια στιγμή τα μέσα μαζικής μεταφοράς προσφέρουν μόνο περιορισμένη ανακούφιση. Το δίκτυο λεωφορείων – όπως αναφέρεται και στη μελέτη – υποφέρει από έλλειψη οδηγών και χαμηλή συχνότητα δρομολογίων εκτός αιχμής, ενώ το μετρό επεκτείνεται με καθυστερήσεις. Ως αποτέλεσμα της μη επαρκούς κάλυψης πολλοί πολίτες στρέφονται σε ΙΧ, αυξάνοντας την πίεση στο οδικό δίκτυο και τις εκπομπές ρύπων.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη οι ψηφιακές πλατφόρμες μετακίνησης όπως η Uber μπορούν να παίξουν κρίσιμο ρόλο στη βελτίωση της αστικής κινητικότητας καθώς η χρήση ψηφιακών εργαλείων συμβάλλει στην αποδοτικότερη διαχείριση των οχημάτων, μειώνοντας τις μη απαραίτητες διαδρομές, περιορίζοντας την κυκλοφοριακή συμφόρηση και προωθώντας τη χρήση ηλεκτροκίνητων οχημάτων.
Η Uber άλλωστε έχει θέσει στόχο το 100% των διαδρομών της να πραγματοποιούνται με μηδενικές εκπομπές στην Ευρώπη έως το 2030, ενώ προωθεί επιλογές συνεπιβατισμού διαδρομών με στόχο την ενίσχυση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και τη μείωση των εκπεμπόμενων ρύπων ανά επιβάτη. Επιπλέον, η μελέτη επισημαίνει ότι οι υπηρεσίες ride-hailing παρέχουν ευκαιρίες αυτοαπασχόλησης για χιλιάδες οδηγούς και συνεισφέρουν στην προσβασιμότητα της μετακίνησης, ιδιαίτερα για ευάλωτες ομάδες.
Όπως σημειώνεται στη μελέτη του ΙΟΒΕ, η Uber αξιοποιεί τεχνολογίες όπως η Κινητικότητα ως Υπηρεσία (MaaS) και η Συνδεδεμένη και Αυτοματοποιημένη Κινητικότητα, με στόχο:
Μέσω της μελέτης επανέρχεται στο δημόσιο διάλογο και το ζήτημα της υπηρεσίας UberX, που λειτουργεί διεθνώς με ιδιώτες οδηγούς χωρίς υποχρεωτική άδεια ταξί, δυνατότητα, η οποία δεν υφίσταται στην Ελλάδα. Εκτενής αναφορά γίνεται στο αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο για τα ΕΙΧ με οδηγό, όπως η επιστροφή στην έδρα, ο χρόνος προκράτησης και τα ελάχιστα κομίστρα.
Η μελέτη μέτρησε την παρουσία της Uber στην Ελλάδα και σε οικονομικούς όρους. Βάσει των στοιχείων, το 2024, οι διαδρομές μέσω της πλατφόρμας συνεισέφεραν άμεσα 49 εκατ. ευρώ στο ΑΕΠ, ενώ η συνολική επίδραση, άμεση, έμμεση και προκαλούμενη, υπολογίζεται σε 110 εκατ. ευρώ. Οι ψηφιακά καταγεγραμμένες διαδρομές συνέβαλαν επίσης στον περιορισμό της διαφυγής εσόδων ΦΠΑ κατά 6,6 εκατ. ευρώ.
Σε επίπεδο απασχόλησης, η εταιρεία αριθμούσε περίπου 4.900 οδηγούς το 2024, ήτοι το 10,3% του δυναμικού του κλάδου ταξί, ενώ οι φόροι και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ανήλθαν σε 34,2 εκατ. ευρώ, με αντίκτυπο στο εισόδημα των οδηγών ύψους 34,1 εκατ. ευρώ.
Περισσότερες ειδήσεις
Κυκλοφοριακό Αττικής: Γρίφος χωρίς εύκολη λύση και μέτρα υπό διαρκή αναθεώρηση
«Δέκα χρόνια και βλέπουμε»: Αβέβαιος ο χρονικός ορίζοντας για τις νέες επεκτάσεις του Μετρό