Η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης δεν αρκεί από μόνη της για να περιοριστούν οι πρόωροι θάνατοι. Νέα διεθνής έρευνα δείχνει ότι η ενίσχυση της δημόσιας υγείας και η μείωση της κοινωνικής ευαλωτότητας μπορούν να σώσουν εκατομμύρια ζωές, ακόμη και όταν τα επίπεδα ρύπανσης παραμένουν υψηλά.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μείωση της ευαλωτότητας των πληθυσμών απέναντι στη ρύπανση από το 1990 έως το 2019 απέτρεψε περίπου 1,7 εκατ. θανάτους μόνο το 2019. Πρόκειται για μια «αόρατη» αλλά εξαιρετικά κρίσιμη παράμετρο, που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η περιβαλλοντική πολιτική.
Η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία. Το 1990, η έκθεση σε αιωρούμενα σωματίδια συνδέθηκε με περίπου 3,8 εκατ. πρόωρους θανάτους, ενώ το 2019 ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 5,1 εκατ., κυρίως λόγω της πληθυσμιακής αύξησης.
Εάν οι σημερινές συνθήκες παραμείνουν αμετάβλητες, οι θάνατοι από ατμοσφαιρική ρύπανση ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 10 εκατ. ετησίως έως το 2050.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Σε 139 από τις 193 χώρες καταγράφηκε βελτίωση στα επίπεδα σωματιδιακής ρύπανσης, με τις μεγαλύτερες επιδόσεις σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική.
Το κρίσιμο εύρημα είναι ότι οι κοινωνικές και υγειονομικές βελτιώσεις λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής των περιβαλλοντικών πολιτικών.
Από το 1990 έως το 2019:
Αυτές οι αλλαγές ενίσχυσαν την ανθεκτικότητα των πληθυσμών απέναντι στη ρύπανση, περιορίζοντας τις επιπτώσεις της στην υγεία. Με άλλα λόγια, ο ίδιος βαθμός «καθαρού αέρα» δεν έχει την ίδια αξία παντού: αποδίδει πολύ περισσότερο όταν συνοδεύεται από καλύτερη υγεία, διατροφή και πρόσβαση σε υπηρεσίες.
Παρότι Ευρώπη και Βόρεια Αμερική κατέγραψαν παρόμοιες μειώσεις στη ρύπανση, η Ευρώπη πέτυχε σχεδόν διπλάσια μείωση στους θανάτους που σχετίζονται με αυτήν. Ο λόγος; Πιο αποτελεσματική μείωση της ευαλωτότητας μέσω ισχυρότερων συστημάτων υγείας, κοινωνικών πολιτικών και καλύτερης πρόληψης.
Μελέτες δείχνουν ότι η ρύπανση δεν επηρεάζει όλους το ίδιο. Σε έρευνα με πάνω από 300.000 άτομα:
Οι παράγοντες που επιδεινώνουν την ευαλωτότητα περιλαμβάνουν:
Η δημογραφική γήρανση εντείνει το πρόβλημα, καθώς οι ηλικιωμένοι είναι από τις πιο ευάλωτες ομάδες απέναντι στη ρύπανση. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρές βελτιώσεις στην υγεία του πληθυσμού μπορούν να έχουν τεράστιο αντίκτυπο.
Η έρευνα καταλήγει ότι τα μέγιστα οφέλη από τη μείωση της ρύπανσης επιτυγχάνονται μόνο όταν συνοδεύονται από πολιτικές που μειώνουν την ευαλωτότητα.
Οι βασικές κατευθύνσεις περιλαμβάνουν την ενίσχυση της πρόσβασης σε ποιοτική υγειονομική περίθαλψη, την προώθηση υγιεινής διατροφής και φυσικής δραστηριότητας και την βελτίωση της φροντίδας μητέρας και παιδιού σε επιβαρυμένες περιοχές.
Η αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, επομένως, δεν αφορά μόνο την περιβαλλοντική πολιτική, αλλά είναι ζήτημα υγείας, κοινωνικής συνοχής και οικονομικής ανάπτυξης.
Περισσότερες ειδήσεις
Τα πιο μολυσμένα λιμάνια της Ευρώπης – Οι εκπομπές των πλοίων ισοδυναμούν με 6,6 εκατ. αυτοκίνητα
Ρύπανση και Αλτσχάιμερ — Μελέτη σε 28 εκατ. άτομα δείχνει αυξημένο κίνδυνο