Υπέρ της Fraport Greece τάχθηκε η Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας (ΑΠΑ), η οποία απέρριψε την προσφυγή της Ryanair κατά της αύξησης των αερολιμενικών τελών στο αεροδρόμιο Ρόδου «Διαγόρας», επικυρώνοντας ουσιαστικά την πολιτική τιμολόγησης του παραχωρησιούχου των 14 περιφερειακών αεροδρομίων της χώρας για το 2026.
Η υπόθεση ξεκίνησε στις 18 Φεβρουαρίου 2026, όταν η ιρλανδική αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους προσέφυγε κατά της απόφασης της 30ής Ιανουαρίου 2026 της Fraport, η οποία προέβλεπε αύξηση του τέλους επιβατών από 15,50 ευρώ σε 15,95 ευρώ για την περίοδο από 1η Απριλίου 2026 έως 31 Μαρτίου 2027. Αν και η αύξηση φαίνεται μικρή – μόλις 0,45 ευρώ ανά επιβάτη – το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς αγγίζει ένα ζήτημα, το οποίο συχνά προκαλεί τριβές μεταξύ αεροπορικών εταιρειών και διαχειριστών αεροδρομίων και δεν είναι άλλο από το ποιος τελικά καθορίζει το κόστος των μετακινήσεων.
Η Ryanair στην προσφυγή της έθεσε τέσσερις βασικούς λόγους ακύρωσης της απόφασης. Πρώτον, υποστήριξε ότι η διαδικασία διαβούλευσης ήταν άκυρη, καθώς η Fraport δεν ανάρτησε εγκαίρως την πρόσκληση στον ιστότοπό της, όπως απαιτείται από το π.δ. 52/2012. Δεύτερον, κατήγγειλε ότι δεν υπήρξε απευθείας ενημέρωση των χρηστών του αεροδρομίου, γεγονός που – σύμφωνα με την εταιρεία – υπονόμευσε τη δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής. Τρίτον, αμφισβήτησε τη σύνδεση των τελών με το πραγματικό κόστος, χαρακτηρίζοντας την αύξηση αυθαίρετη, ενώ έκανε λόγο για έλλειψη διαφάνειας ως προς τα οικονομικά στοιχεία που θεμελιώνουν την αύξηση.
Από την πλευρά της, η Fraport απέρριψε κάθε αιτίαση, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία τηρήθηκε σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Ειδικά για το ζήτημα της μη ανάρτησης της πρόσκλησης, επικαλέστηκε τεχνικό πρόβλημα, τονίζοντας ότι όλοι οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένης και της Ryanair, είχαν λάβει εγκαίρως το σχετικό υλικό και συμμετείχαν κανονικά στη διαβούλευση της 10ης Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΠΑ, εξετάζοντας τα δεδομένα, κατέληξε ότι η μη έγκαιρη ανάρτηση συνιστά μεν τυπική παράβαση, αλλά όχι ουσιώδη. Όπως σημειώνεται στο σκεπτικό της απόφασης, δεν προέκυψε ότι επηρεάστηκε η συμμετοχή των ενδιαφερόμενων ή η διαφάνεια της διαδικασίας. Η Ryanair συμμετείχε κανονικά, δεν ζήτησε αναβολή και δεν απέδειξε ότι υπέστη ουσιαστική βλάβη.
Ανάλογη ήταν η κρίση και για το ζήτημα της απευθείας επικοινωνίας. Η ΑΠΑ έκρινε ότι το θεσμικό πλαίσιο δεν επιβάλλει μεμονωμένη ενημέρωση κάθε αεροπορικής εταιρείας, αλλά προβλέπει επικοινωνία μέσω της Επιτροπής Χρηστών. Αν και αναγνωρίζεται ότι η απευθείας ενημέρωση είναι καλή πρακτική, στην απόφαση σημειώνεται ότι δεν συνιστά νομική υποχρέωση.
Οσον αφορά τη σύνδεση των τελών με το κόστος, η ΑΠΑ υιοθέτησε πλήρως τη λογική της σύμβασης παραχώρησης. Σύμφωνα με αυτή, η Fraport έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τη δομή των τελών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο εσόδων ανά επιβάτη. Για το 2026, το όριο αυτό έχει οριστεί στα 21,79 ευρώ, ενώ τα προβλεπόμενα έσοδα ανά επιβάτη ανέρχονται σε περίπου 21,64 ευρώ, δηλαδή κάτω από το όριο.
Και αυτό τη στιγμή που όπως αναφέρεται, το συνολικό κόστος λειτουργίας του αεροδρομίου ανά επιβάτη εκτιμάται σε περίπου 27 ευρώ. Αυτό αποτέλεσε βασικό επιχείρημα υπέρ της Fraport, καθώς υποδηλώνει ότι τα τέλη δεν είναι υπερβολικά, αλλά υπολείπονται του κόστους.
Σε ό,τι αφορά τη διαφάνεια, η ΑΠΑ έκρινε ότι τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη διαβούλευση ήταν επαρκή, επιτρέποντας στους χρήστες να κατανοήσουν τη μεθοδολογία και να διατυπώσουν απόψεις. Συνεπώς, δεν διαπιστώθηκε παραβίαση των σχετικών διατάξεων.
Κατά συνέπεια η απόφαση της ΑΠΑ καταλήγει στην πλήρη απόρριψη της προσφυγής της Ryanair, επιβεβαιώνοντας ότι η αύξηση των τελών είναι νόμιμη και συμβατή με το κανονιστικό πλαίσιο. Στην απόφαση, πάντως, τονίζεται ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν αναθεώρηση εντός 30 ημερών.
Περισσότερες ειδήσεις
Στα χαρτιά επί 17 χρόνια η οδική σύνδεση του αεροδρομίου με την πόλη της Ρόδου
Επιστροφή σε επίπεδα προ πανδημίας για τη Fraport – Πρόβλεψη για EBITDA ύψους 1,5 δισ. ευρώ το 2026