Η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και η αυξανόμενη πίεση στις εταιρείες προμήθειας φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη αναθεώρησης του φορολογικού πλαισίου για τις επισφαλείς απαιτήσεις. Ο Σύνδεσμος Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ) ζητά την αύξηση του ανώτατου ποσού που μπορεί να διαγράφεται φορολογικά χωρίς δικαστικές ενέργειες, από τα 300 ευρώ που ισχύουν σήμερα, στα 3.000 ευρώ.
Με επιστολή προς τη γενική γραμματέα Φορολογικής Πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών, Χριστίνα Μήλιου, την οποία κοινοποίησε και στην πολιτική ηγεσία των υπουργείων Οικονομικών και Περιβάλλοντος -Ενέργειας, ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι το ισχύον όριο των 300 ευρώ, το οποίο θεσπίστηκε το 2019, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις συνθήκες της αγοράς.
Σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, οι εταιρείες μπορούν να διαγράφουν φορολογικά οφειλές έως 300 ευρώ ανά πελάτη, εφόσον αυτές παραμένουν ανεξόφλητες για διάστημα άνω των 12 μηνών, χωρίς να απαιτείται δικαστική διεκδίκηση. Για μεγαλύτερα ποσά, ωστόσο, η διαγραφή προϋποθέτει την εξάντληση των νόμιμων μέσων είσπραξης. Σε διαφορετική περίπτωση, τα ποσά αυτά φορολογούνται με συντελεστή 22%, παρότι δεν έχουν εισπραχθεί.
Ο ΕΣΠΕΝ υπογραμμίζει ότι η δικαστική οδός καθίσταται πλέον οικονομικά ασύμφορη για μικρομεσαίες οφειλές, λόγω της σημαντικής αύξησης του κόστους. Μετά την εφαρμογή του νέου «δικαστικού χάρτη» από τις 16 Σεπτεμβρίου 2024, το ελάχιστο κόστος παραβόλων και τελών ανέρχεται σε τουλάχιστον 268 ευρώ. Επιπλέον, βάσει της υπ’ αριθμόν 17255/12.03.2026 υπουργικής απόφασης, η έκδοση διαταγών πληρωμής ανατίθεται σε δικηγόρους έναντι αμοιβής 400 ευρώ ανά υπόθεση. Έτσι, το συνολικό κόστος διεκδίκησης φτάνει περίπου τα 668 ευρώ.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι για οφειλές κάτω των 3.000 ευρώ, η δικαστική διεκδίκηση δεν παρουσιάζει οικονομικό όφελος, καθώς το κόστος προσεγγίζει τον φόρο που θα κατέβαλε η επιχείρηση για μη εισπραχθέν ποσό (22%, δηλαδή περίπου 660 ευρώ για οφειλή 3.000 ευρώ).
Οι προμηθευτές επισημαίνουν ακόμη ότι έχουν απωλέσει ένα βασικό εργαλείο πίεσης για την είσπραξη οφειλών, καθώς δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να ζητήσουν διακοπή ηλεκτροδότησης σε πελάτες που αλλάζουν πάροχο αφήνοντας χρέη, μετά την απόφαση 1888/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας και το θεσμικό κενό που έχει προκύψει.
Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την αύξηση των καταναλωτών που μετακινούνται στην Καθολική Υπηρεσία χωρίς να έχουν εξοφλήσει προηγούμενες οφειλές, περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια εξωδικαστικής είσπραξης. Όπως τονίζουν οι εταιρείες, η συσσώρευση ανεπίδεκτων είσπραξης απαιτήσεων επηρεάζει άμεσα τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση και ενδέχεται να αποτυπωθεί στην τιμολογιακή πολιτική της αγοράς.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ τα οποία αφορούν το 2024 το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών ανήλθε σε 3,4 δισ. ευρώ καταγράφοντας μάλιστα ραγδαία άνοδο σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος που ήταν 2,4 δισ. ευρώ.
Περισσότερες ειδήσεις